Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΙΤΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΡΙΤΣΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Γιώργης Γιατρομανωλάκης 'Σε ποιον τελικά ανήκει ο Ρίτσος"


 
«Το ΚΚΕ τιμά τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Γ. Ρίτσου, προβάλλοντας πλατιά στο λαό και στη νεολαία την ανεκτίμητη προσφορά, με την Τέχνη του, στο λαϊκό κίνημα, συνυφασμένη με την αγωνιστική στάση ζωής. Αυτή η όσμωση είναι που αναβλύζει (sic) την τεράστια αφυπνιστική δύναμη του έργου του, που συνεγείρει σμιλεύοντας την εργατική συνείδηση ως την αναγκαιότητα της κοινωνικής επανάστασης». Με αυτά τα ανελλήνιστα και χωρίς νόημα ελληνικά ανοίγει το Αφιέρωμά του ο «Ριζοσπάστης» (3/5/09) για να τιμήσει τα 100 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή. Ομως, για να ξεκινήσουμε από τα βασικά, όταν θέλουμε να δείξουμε τιμή και σεβασμό στον Ρίτσο (και σε κάθε ποιητή μας) που είχε ως κύριο, για να μην πω μοναδικό όπλο του τον απλό και συνάμα μουσικό, ευγενικό και πολύτροπο ελληνικό λόγο του, τότε καλό είναι, τουλάχιστον, να μην αναφερόμαστε στο έργο του με γλώσσα βάρβαρη και άξεστη.

Εν πάση περιπτώσει, καλώς έπραξε το ΚΚΕ (το όφειλε άλλωστε) να τιμήσει τον ποιητή και πολίτη Ρίτσο που όχι μόνο ύμνησε τους μεγάλους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες του λαού, αλλά έλαβε και ο ίδιος μέρος πάντα στην πρώτη γραμμή. Ωστόσο αυτή η «τιμή» που οι συντάκτες του Αφιερώματος απέδωσαν τελικά στον ποιητή καθόλου δεν είναι η οφειλόμενη και η δίκαιη. Οχι μόνο για την αθλιότητα των ελληνικών τους, ούτε επειδή πουθενά δεν θίγουν με σοβαρότητα και δεν στοχάζονται τα μεγάλα θέματα του εκτενούς και απείθαρχου έργου του Ρίτσου (θέματα ποιητικά, καλλιτεχνικά, πολιτικά, ηθικά, ερωτικά, προσωπικά, υπαρξιακά κ.λπ.) αλλά κυρίως επειδή, για άλλη μια φορά, χρησιμοποιούν τον ποιητή σαν δήθεν «σπλάχνο των σπλάχνων» τους για να διαδώσουν την «αλήθεια» τους και να διασαλπίσουν μια «τίμια αντεπίθεση» ενάντια σε όσους «κακοποιούν», «βεβηλώνουν», «διαστρεβλώνουν», «παραμορφώνουν» το έργο του. «Εκατοντάδες σελίδες», αποφαίνεται το Αφιέρωμα, «σοβαροφανών αναλύσεων γράφτηκαν αυτά τα τελευταία χρόνια, τόσο ξένες προς τη σκέψη του ποιητή και τόσο ανάξιες του διαμετρήματός του, ώστε να αποτελούν κυριολεκτικά βεβήλωση».

Δυστυχώς αυτοί οι «ορθόδοξοι» εκτιμητές και ανατόμοι του έργου του Ρίτσου ούτε ονόματα των «σοβαροφανών» και «βέβηλων» μάς δίνουν, ούτε (το χειρότερο) μας προσφέρουν μια στοιχειώδη βιβλιογραφία του γούστου και της έγκρισής τους, έτσι, να φωτιστούμε κι εμείς. Αντίθετα, όπως συνήθως γίνεται σε αυτού του είδους τις καταγγελίες, αναφέρονται γενικά και αόριστα άνθρωποι «με πανεπιστημιακές, συγγραφικές αλλά και αριστερές περγαμηνές, ορισμένοι από τους οποίους είχαν την τύχη να συνεργαστούν με τον ποιητή»(!). Κοντολογίς δηλαδή και με βάση την ατσάλινη λογική του συντάκτη αυτού του κειμένου, κάποιοι από τους βέβηλους, θρασύδειλους παραχαράκτες και σοβαροφανείς αναλυτές «συνεργάστηκαν» με τον ποιητή. Αλλά τότε και ο ποιητής «συνεργάστηκε» με αυτά τα υποκείμενα, πράγμα που σημαίνει, σύντροφοι, πως και ο ποιητής δεν είναι εντελώς αθώος... Ετσι δεν είναι;

Προφανώς και δεν χρειάζεται να επιμείνουμε σε αυτού του τύπου τη λογική. Δεν χρειάζεται να «πούμε περισσότερα. Καταλαβαινόμαστε...». Το ερώτημα ωστόσο που τίθεται για κάθε τίμιο αναγνώστη αυτού του Αφιερώματος είναι το εξής. Αλήθεια, αυτή είναι όντως η «σκέψη» και το «διαμέτρημα» του Ρίτσου, όπως θέλουν να μας δείξουν οι συντάκτες του; Οτι λ.χ. η Σονάτα δεν περιέχει και «στοιχεία αυτοεξομολόγησης», δεν είναι και « υπαρξιακό ποίημα με κυρίαρχα τα μοτίβα της φθοράς και του θανάτου» αλλά είναι σκέτα ένα ποίημα «αντινομιών» που ο Ρίτσος τις κάνει «να ξεπερνιούνται και να λύνονται στο υψηλό επίπεδο των θέσεων του διαλεκτικού υλισμού»; Γιατί αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε και οι λοιπές μεγάλες, όμορες και συγγενείς συνθέσεις της ΤέταρτηςΔιάστασης μαζί και η Ελένη (κυρίως αυτή) δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απελπισμένη προσπάθεια ενός ποιητή να μας πείσει με εκατοντάδες στίχους πως οι «αντινομίες» λύνονται με τον «υψηλό διαλεκτικό υλισμό». Με αυτή την «κριτική» οι εκατό ποιητικές συλλογές του Ρίτσου, τα εννέα μυθιστορήματά του (αυτά πια!), τα τέσσερα θεατρικά έργα του, οι μελέτες και οι μεταφράσεις τους, οι επιστολές του, όλα αυτά γράφτηκαν για να περάσουν μέσα από την τρύπα μιας στρεβλής κομματικής βελόνας!

Ολα τα πρόσεξαν οι άνθρωποι της αντεπίθεσης και της κάθαρσης. Τα ποιήματα, τις γλυκερές «αναλύσεις» κι ας καταδικάζουν ασύστολα τις πολιτιστικές «ψευτο-ευαισθησίες» των άλλων. Πρόσεξαν και τις φωτογραφίες. Αλλά παρά ταύτα έγινε το μοιραίο λάθος. Οχι τα λεκτικά, εκφραστικά, λογικά και ερμηνευτικά σφάλματα (θανάσιμα για τους ποιητές) αλλά γιατί τους παραπλάνησαν δυο φωτογραφίες του ποιητή. Μάλιστα. Αυτός ο δόλιος ποιητής (ελπίζω να εννοήσουν τι εννοώ οι συντάκτες του Αφιερώματος) εμφανίζεται δύο φορές, μία στο εξώφυλλο του Αφιερώματος και μία μέσα, να κάθεται πάνω στις κροκάλες της ακρογιαλιάς. Στη μια μας κοιτάζει χαμογελαστός, ανέμελος και ωραίος, με φόντο τη θάλασσα, στην άλλη σκυμμένος δουλεύει τις πέτρες. Φορά και στις δύο ασπρογάλανα καπιταλιστικά σνίκερς! Επιτρέπεται κάτι τέτοιο σ΄ έναν ποιητή του «υψηλού διαλεκτικού υλισμού»; Το βρίσκω εκζητημένο και κανονικά δεν θα έπρεπε αυτές οι φωτογραφίες να βρίσκονται στο Αφιέρωμα. Είναι παντελώς έξω από το όλον επαναστατικό κλίμα...

Ειλικρινά δεν ειρωνεύομαι. Ούτε θέλω να δώσω ονόματα σε πράγματα και πρόσωπα, αλλά σκέφτομαι, καθώς περιδιαβάζω άλλη μια το Αφιέρωμα, μήπως τελικά έχουν δίκιο οι συντάκτες του; Μήπως δηλαδή κάνει λάθος η Προκοπάκη, ο Αργυρίου, ο Πρεβελάκης, ο Μαρωνίτης, ο Σαββίδης, ο Πήτερ Μπήαν, ο Ε. Κήλυ, οι νέοι λαμπροί μελετητές του ποιητή, οι διατριβές, οι σοβαρές μελέτες και τα άρθρα σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, όλοι εκείνοι που δεκαετίες τώρα μοχθούν να βγάλουν τον ποιητή από τη σιωπή και να δείξουν την τέχνη του και τα μεγάλα θέματα που τον απασχολούν, μήπως δηλαδή όλοι αυτοί κάνουν λάθος, βέβηλοι συνάμα και παραχαράκτες, και έχει δίκιο η κυρία Ελένη Μηλιαρονικολάκη, μέλος της ΚΕ και υπεύθυνη του Πολιτιστικού Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ; Λέτε;

Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.(εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ 17/5/2009 )

Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

Δ. Μαρωνίτης Ο πολύτροπος Γιάννης Ρίτσος

Αργοπόρησε κάμποσο η οριστική σύνταξη του ενδιάμεσου πέμπτου βιβλιαρίου της σειράς «Γραφή και Ανάγνωση», η οποία ξεκίνησε (εκδόσεις Πατάκη) με τον Σολωμό και τον Καβάφη (2007), πέρασε στον Σεφέρη και τον Ελύτη (2008), και κατέληξε στο ζεύγος Σινόπουλος - Σαχτούρης (2009). Αφήνοντας σε εκκρεμότητα τον ακαταπόνητο και πολύτροπο Γιάννη Ρίτσο. Οι λόγοι της αργοπορίας δεν ήταν μόνον προσωπικοί. Μεσολάβησε η επέτειος για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή, που ευνόησε πολλαπλά συμπόσια και έντυπα αφιερώματα, όχι πάντα με την αναμενόμενη ποιότητα.
Οπως κι αν έχει το πράγμα, δίστασα να προσθέσω στην πλούσια αυτή επετειακή σοδειά και τη δική μου κατάθεση, εν μέρει εξάλλου απολογιστική. Στο μεταξύ, με υπόδειξη της Νινέτας Μακρυνικόλα, σκάλωσε η δουλειά στον Τειρεσία, μια από τις πιο ατίθασες και αινιγματικές συνθέσεις του ποιητή, που απαιτούσε αποκλειστική προσήλωση, για να βγει σε πέρας.
Το προκείμενο βιβλιάριο μοιράζεται τώρα σε δύο μέρη: προβλεπόμενο το ένα, απρόβλεπτο το άλλο. Στο πρώτο μέρος συντάσσονται έξι μελετήματα - δύο δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά. Τα τρία πρώτα («Η τιμή του χρυσού και της πέτρας», «Προβλήματα ποιητικής οικονομίας», «Αφηγηματική υπόκριση») επιμένουν σε ζητήματα μεθόδου, σκηνοθεσίας και ιδεολογίας στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Τα δύο τελευταία προσηλώνονται σε επώνυμες αρχαιόμυθες συνθέσεις του: στον Φιλοκτήτη και στον Τειρεσία. Μεσολαβούν τα «Μικρά ομηρικά»: παραβατικά, περιορισμένης έκτασης, ποιήματα, που υπερασπίζονται ευάλωτες μορφές και πράξεις των ομηρικών επών και του επικού κύκλου.
Το απρόβλεπτο Επίμετρο ανακαλεί (αποσπασματικά) την προδρομική εκείνη Πολυκριτική για τον Γιάννη Ρίτσο, δημοσιευμένη στο πρώτο τεύχος του περιοδικού η Συνέχεια (Φεβρουάριος 1973) - εκκρεμεί ακόμη η συστηματική και δίκαιη αποτίμησή της σε αφοσιωμένα πρόσωπα, πρωτοποριακά κείμενα και ριψοκίνδυνες πολιτικές πράξεις. Αναφέρονται ενδεικτικώς οι τίτλοι των τριών συνεισφορών, οι οποίες συντομευμένες εδώ αναδημοσιεύονται: «Ο ποιητής και η ποίηση» (εισαγωγικό κείμενο δικό μου), η «Ελευθερία και αναγκαιότητα» (της Χρύσας Προκοπάκη) και «Η μεγάλη δύναμη» (του Πάνου Θασίτη). Σε πλαίσιο εξάλλου αποτυπώνονται (με τις αναγκαίες πάλι περικοπές) δύο αυτοκριτικά κείμενα του Ρίτσου: «Σχόλια στις Μαρτυρίες» και «Ο Τοίχος και Το Θεωρείο».
Υστερα από σαράντα περίπου χρόνια, η προκείμενη Πολυκριτική (νεολογισμός που, όσο ξέρω, προτείνεται και εφαρμόζει στον ευρύτερο χώρο της κριτικής για πρώτη φορά) αφιερώνεται στον απόδημο πια Πάνο Θασίτη. Ισάξιο ποιητή με τους αξιωμένους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και κριτικό σπάνιας ευστοχίας, βεβαιωμένης και στο συγκεκριμένο του πόνημα. Οπου ορίζονται, εξετάζονται και δικαιώνονται τα παράδοξα της αδάμαστης ποιητικής ευφορίας του Γιάννη Ρίτσου, στο ολοκλήρωμα της οποίας συνδυάζονται ιδιοφυώς ο άρτιος και ο περιττός τρόπος. Που πάει να πει: η πύκνωση και η αραίωση, η άφεση και η ύφεση του ποιητικού λόγου.
Η συνολική αφιέρωση του βιβλιαρίου στην ωραία και γενναία Νάνα Καλλιανέση είναι πράξη αυτονόητη, τουλάχιστον για όσους διαθέτουν ακόμη μνήμη και συμπάθεια. Κέδρος, Νανά και Ρίτσος, σύμβολα μιας δίσεχτης εποχής, υπήρξαν και παραμένουν συνώνυμα. Γύρω και πλάι, ακουμπώντας ο ένας στον άλλο, κυκλοφορούν στον κάτω κόσμο και άλλοι φίλοι της αλησμόνητης Νανάς. Σκιές και φωνές, από το φασματικό εκείνο βιβλιοπωλείο της στοάς, συνομιλώντας μεταξύ τους, με την ελπίδα πως τους ακούμε. Ενώ ο Τειρεσίας του Ρίτσου βεβαιώνει: κανείς δεν έμεινε, κανείς δεν έφυγε, κανείς δεν λείπει.
Αν υπάρξει δεύτερη έκδοση του επικείμενου βιβλιαρίου, υπόσχομαι να προσθέσω ένα απρόβλεπτο μελέτημα, που προέκυψε ενδιαμέσως. Ο λόγος για τον Αίαντα του Γιάννη Ρίτσου: δραματική σύνθεση που περιέχεται στην Τέταρτη Διάσταση, συνταγμένη στη Λέρο και στη Σάμο, και χρονολογημένη επακριβώς («Αύγουστος 1967 -Ιανουάριος 1969). Διασταυρώθηκα μαζί της πρόσφατα, μελετώντας τις ανταποκρίσεις του Σοφόκλειου Αίαντα πίσω μπρος, φτάνοντας έτσι στον δικό του Αίαντα, που με συγκλόνισε. Πρόκειται για τον οικονομικότερο και εντελέστερο μονόλογο, που περιέχεται στα ομόλογα κείμενα της Τέταρτης Διάστασης, ο οποίος, με τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις του, ανταποκρίνεται ιδιοφυώς στο ομώνυμο δράμα του Σοφοκλή. Παράδειγμα οι τρεις στίχοι της αρχής του:
Γυναίκα, τι κοιτάς; Κλείσε τις πόρτες, κλείσε τα παράθυρα, μαντάλωσε τη μάντρα,/ βούλωσε τις χαραματιές, μπαίνουν κακά μαμούδια, σαύρες,/ μπαίνουν μεγάλες μύγες, γέλια κρυφά. 
εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ 4/3/2012