Κυριακή 4 Μαρτίου 2012

ΜΗΤΕΡΑ -ΓΗ

Δ. Μαρωνίτης Ο πολύτροπος Γιάννης Ρίτσος

Αργοπόρησε κάμποσο η οριστική σύνταξη του ενδιάμεσου πέμπτου βιβλιαρίου της σειράς «Γραφή και Ανάγνωση», η οποία ξεκίνησε (εκδόσεις Πατάκη) με τον Σολωμό και τον Καβάφη (2007), πέρασε στον Σεφέρη και τον Ελύτη (2008), και κατέληξε στο ζεύγος Σινόπουλος - Σαχτούρης (2009). Αφήνοντας σε εκκρεμότητα τον ακαταπόνητο και πολύτροπο Γιάννη Ρίτσο. Οι λόγοι της αργοπορίας δεν ήταν μόνον προσωπικοί. Μεσολάβησε η επέτειος για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του ποιητή, που ευνόησε πολλαπλά συμπόσια και έντυπα αφιερώματα, όχι πάντα με την αναμενόμενη ποιότητα.
Οπως κι αν έχει το πράγμα, δίστασα να προσθέσω στην πλούσια αυτή επετειακή σοδειά και τη δική μου κατάθεση, εν μέρει εξάλλου απολογιστική. Στο μεταξύ, με υπόδειξη της Νινέτας Μακρυνικόλα, σκάλωσε η δουλειά στον Τειρεσία, μια από τις πιο ατίθασες και αινιγματικές συνθέσεις του ποιητή, που απαιτούσε αποκλειστική προσήλωση, για να βγει σε πέρας.
Το προκείμενο βιβλιάριο μοιράζεται τώρα σε δύο μέρη: προβλεπόμενο το ένα, απρόβλεπτο το άλλο. Στο πρώτο μέρος συντάσσονται έξι μελετήματα - δύο δημοσιεύονται εδώ για πρώτη φορά. Τα τρία πρώτα («Η τιμή του χρυσού και της πέτρας», «Προβλήματα ποιητικής οικονομίας», «Αφηγηματική υπόκριση») επιμένουν σε ζητήματα μεθόδου, σκηνοθεσίας και ιδεολογίας στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου. Τα δύο τελευταία προσηλώνονται σε επώνυμες αρχαιόμυθες συνθέσεις του: στον Φιλοκτήτη και στον Τειρεσία. Μεσολαβούν τα «Μικρά ομηρικά»: παραβατικά, περιορισμένης έκτασης, ποιήματα, που υπερασπίζονται ευάλωτες μορφές και πράξεις των ομηρικών επών και του επικού κύκλου.
Το απρόβλεπτο Επίμετρο ανακαλεί (αποσπασματικά) την προδρομική εκείνη Πολυκριτική για τον Γιάννη Ρίτσο, δημοσιευμένη στο πρώτο τεύχος του περιοδικού η Συνέχεια (Φεβρουάριος 1973) - εκκρεμεί ακόμη η συστηματική και δίκαιη αποτίμησή της σε αφοσιωμένα πρόσωπα, πρωτοποριακά κείμενα και ριψοκίνδυνες πολιτικές πράξεις. Αναφέρονται ενδεικτικώς οι τίτλοι των τριών συνεισφορών, οι οποίες συντομευμένες εδώ αναδημοσιεύονται: «Ο ποιητής και η ποίηση» (εισαγωγικό κείμενο δικό μου), η «Ελευθερία και αναγκαιότητα» (της Χρύσας Προκοπάκη) και «Η μεγάλη δύναμη» (του Πάνου Θασίτη). Σε πλαίσιο εξάλλου αποτυπώνονται (με τις αναγκαίες πάλι περικοπές) δύο αυτοκριτικά κείμενα του Ρίτσου: «Σχόλια στις Μαρτυρίες» και «Ο Τοίχος και Το Θεωρείο».
Υστερα από σαράντα περίπου χρόνια, η προκείμενη Πολυκριτική (νεολογισμός που, όσο ξέρω, προτείνεται και εφαρμόζει στον ευρύτερο χώρο της κριτικής για πρώτη φορά) αφιερώνεται στον απόδημο πια Πάνο Θασίτη. Ισάξιο ποιητή με τους αξιωμένους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και κριτικό σπάνιας ευστοχίας, βεβαιωμένης και στο συγκεκριμένο του πόνημα. Οπου ορίζονται, εξετάζονται και δικαιώνονται τα παράδοξα της αδάμαστης ποιητικής ευφορίας του Γιάννη Ρίτσου, στο ολοκλήρωμα της οποίας συνδυάζονται ιδιοφυώς ο άρτιος και ο περιττός τρόπος. Που πάει να πει: η πύκνωση και η αραίωση, η άφεση και η ύφεση του ποιητικού λόγου.
Η συνολική αφιέρωση του βιβλιαρίου στην ωραία και γενναία Νάνα Καλλιανέση είναι πράξη αυτονόητη, τουλάχιστον για όσους διαθέτουν ακόμη μνήμη και συμπάθεια. Κέδρος, Νανά και Ρίτσος, σύμβολα μιας δίσεχτης εποχής, υπήρξαν και παραμένουν συνώνυμα. Γύρω και πλάι, ακουμπώντας ο ένας στον άλλο, κυκλοφορούν στον κάτω κόσμο και άλλοι φίλοι της αλησμόνητης Νανάς. Σκιές και φωνές, από το φασματικό εκείνο βιβλιοπωλείο της στοάς, συνομιλώντας μεταξύ τους, με την ελπίδα πως τους ακούμε. Ενώ ο Τειρεσίας του Ρίτσου βεβαιώνει: κανείς δεν έμεινε, κανείς δεν έφυγε, κανείς δεν λείπει.
Αν υπάρξει δεύτερη έκδοση του επικείμενου βιβλιαρίου, υπόσχομαι να προσθέσω ένα απρόβλεπτο μελέτημα, που προέκυψε ενδιαμέσως. Ο λόγος για τον Αίαντα του Γιάννη Ρίτσου: δραματική σύνθεση που περιέχεται στην Τέταρτη Διάσταση, συνταγμένη στη Λέρο και στη Σάμο, και χρονολογημένη επακριβώς («Αύγουστος 1967 -Ιανουάριος 1969). Διασταυρώθηκα μαζί της πρόσφατα, μελετώντας τις ανταποκρίσεις του Σοφόκλειου Αίαντα πίσω μπρος, φτάνοντας έτσι στον δικό του Αίαντα, που με συγκλόνισε. Πρόκειται για τον οικονομικότερο και εντελέστερο μονόλογο, που περιέχεται στα ομόλογα κείμενα της Τέταρτης Διάστασης, ο οποίος, με τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις του, ανταποκρίνεται ιδιοφυώς στο ομώνυμο δράμα του Σοφοκλή. Παράδειγμα οι τρεις στίχοι της αρχής του:
Γυναίκα, τι κοιτάς; Κλείσε τις πόρτες, κλείσε τα παράθυρα, μαντάλωσε τη μάντρα,/ βούλωσε τις χαραματιές, μπαίνουν κακά μαμούδια, σαύρες,/ μπαίνουν μεγάλες μύγες, γέλια κρυφά. 
εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ 4/3/2012

Κ.Π.Καβάφη "Απολείπειν ο θεός Αντώνιον" διαβάζει ο Γ. Βαλτινός

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

"ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ" ντοκιμαντέρ του Φ.Κουτσαφτή

Λαμπρινή Κουζέλη Πώς σώθηκαν τα ελληνικά στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης

Ο κλασικός φιλόλογος Ντάγκλας Μακ Ντάουελ, μελετητής των αττικών ρητόρων και του αρχαίου ελληνικού δικαίου, εκδότης και μεταφραστής του Δημοσθένη και του Αριστοφάνη και δάσκαλος επί τριακονταετία εκατοντάδων φοιτητών από την έδρα των Αρχαίων Ελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης, ήταν άνθρωπος μετρημένος. Σπανίως αιφνιδίαζε το ακροατήριό του όταν διάβαζε τους «Σφήκες» ενσαρκώνοντας ρόλους και αποκαλύπτοντας το υποκριτικό ταλέντο του.

Την έκπληξη επιφύλαξε μετά τον θάνατό του: πεθαίνοντας τον Ιανουάριο του 2010, σε ηλικία 78 ετών, άφησε διαθήκη με την οποία κληροδοτούσε το χαρτοφυλάκιο των μετοχών του στο πανεπιστήμιο με όρο την αναβίωση της έδρας των Αρχαίων Ελληνικών. Φαίνεται πως τον έθλιβε το γεγονός ότι η ιστορική έδρα, η οποία λειτουργούσε από το 1704, καταργήθηκε μετά τη συνταξιοδότησή του το 2001. Η εκτίμηση των μετοχών άφησε άφωνη την ακαδημαϊκή κοινότητα: το πανεπιστήμιο κληρονομούσε 2,4 εκατ. στερλίνες, αποτέλεσμα σοφών επενδύσεων του καθηγητή για τις οποίες κανείς δεν είχε ιδέα.


«Είναι το μεγαλύτερο κληροδότημα στην ιστορία του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης από την ίδρυσή του το 1451»
δήλωσε στο «Βήμα» ο καθηγητής του Τμήματος Κλασικών Σπουδών Μάθιου Φοξ. Τον περασμένο Ιανουάριο το πανεπιστήμιο προκήρυξε τη θέση αναζητώντας «κάποιον δυναμικό επιστήμονα ο οποίος θα είναι έτοιμος να επενδύσει στο μέλλον των ελληνικών στη Γλασκώβη», όπου τα αρχαία ελληνικά διδάσκονται από το 1581.
Η εντυπωσιακή χειρονομία του Ντάγκλας Μακ Ντάουελ δημιουργεί μια εξαιρετικά αισιόδοξη προοπτική για το μέλλον των ελληνικών σπουδών, στη συνομιλία μας όμως με τον καθηγητή Φοξ ανακαλύψαμε ότι ήταν το τελευταίο επεισόδιο μιας μακράς ιστορίας μεθοδικών ενεργειών του αποβιώσαντος καθηγητή για τη διατήρηση των ελληνικών σπουδών στη Σκωτία.


Γεννημένος στο Λονδίνο το 1931, ο Μακ Ντάουελ σπούδασε στο περίφημο Μπάλιολ Κόλετζ της Οξφόρδης και δίδαξε για τέσσερα χρόνια αρχαία ελληνικά στη μέση εκπαίδευση και ακολούθως στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ προτού μετακινηθεί στη Γλασκώβη το 1971. Ηταν η εποχή που η γοητεία των αρχαίων ελληνικών είχε αρχίσει να θαμπώνει με ραγδαίους ρυθμούς στη βρετανική κοινωνία και στη μέση εκπαίδευση. Τα αποτελέσματα ήταν ορατά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: οι 35 φοιτητές αρχαίων ελληνικών του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης το 1968 είχαν κατρακυλήσει στους 8 το 1971.

Η δράση ενός ελληνιστή
Ο Μακ Ντάουελ ανέλαβε δράση με ριζοσπαστικές αλλαγές στο παραδοσιακό πρόγραμμα διδασκαλίας. Το 1972 εισήγαγε ένα γενικό μάθημα εισαγωγής στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό διδάσκοντας μέσα σε ένα εξάμηνο ιστορία, φιλοσοφία, τέχνη και αρχαίους έλληνες συγγραφείς σε μετάφραση. Ανοιξε την όρεξη πολλών φοιτητών που επιθυμούσαν να συνεχίσουν. Το 1974 προσφέρθηκε δεύτερο μάθημα. Το 1993 το τμήμα είχε τόσους φοιτητές ώστε το πανεπιστήμιο θέσπισε τετραετείς σπουδές πτυχίου αρχαίας ελληνικής φιλολογίας.

Εκτός πανεπιστημίου ο Μακ Ντάουελ φρόντισε να συντηρήσει τις υποδομές στα σχολεία και στην κοινωνία, ώστε το ενδιαφέρον να μην ατονήσει ξανά. Χωρίς να απαξιώσει τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών στη μέση εκπαίδευση, εγκαινίασε ένα πανεπιστημιακό μάθημα εκμάθησης της γλώσσας από το μηδέν και παράλληλα θεσμοθέτησε δύο εβδομάδες δωρεάν θερινών μαθημάτων της αρχαίας ελληνικής όπου δίδασκε και ο ίδιος.


Δραστηριοποιήθηκε ως μέλος και πρόεδρος του Κέντρου Κλασικιστών Σκωτίας και της Σκωτο-ελληνικής Εταιρείας στη Γλασκώβη και φρόντισε να αναζωπυρώσει το ενδιαφέρον των καθηγητών της μέσης εκπαίδευσης και των Βρετανών για τον αρχαίο Ελληνισμό. Κατάφερε, όπως συμπυκνώνει ο Ηλίας Αρναούτογλου, ερευνητής στο Κέντρο Ερευνας της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου της Ακαδημίας Αθηνών και παλαιός διδακτορικός φοιτητής του Μακ Ντάουελ, «να συσπειρώσει ένα δυναμικό που χρειαζόταν συσπείρωση και να αναζωογονήσει το ενδιαφέρον για τις αρχαιοελληνικές σπουδές αλλάζοντας εστίαση».


Ευγενής και ευπροσήγορος αλλά ταυτόχρονα κλειστός και λιγομίλητος, ήταν άνθρωπος των έργων, που συνδύαζε την επιστημοσύνη με την κοινή λογική. «Ηρεμη δύναμη» τον αποκαλεί ο Δήμος Σπαθάρας, λέκτωρ στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, ο τελευταίος διδακτορικός φοιτητής του. Τον περιγράφει ως «άνθρωπο σεμνό, που δεν μιλούσε για τον εαυτό του και κοκκίνιζε όταν μιλούσαν οι άλλοι γι' αυτόν». Εξασφάλισε πολλές υποτροφίες σε φοιτητές για να σπουδάσουν αρχαία ελληνικά και ήταν ένας «καταπληκτικός και διακριτικός επιβλέπων με ευρεία εποπτεία του αντικειμένου του, ο οποίος με το επιστημονικό του έργο έφερε ξανά στην επιφάνεια τη μελέτη του αθηναϊκού δικαίου».


Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, «της κρισιμότερης ως τώρα στη Βρετανία για την επιβίωση των κλασικών σπουδών», όπως εκτιμά ο Μάθιου Φοξ, καθώς η χρησιμοκεντρική θατσερική παιδεία υποβάθμισε πολύ τη διδασκαλία των άσκοπων, όπως πίστευαν, κλασικών σπουδών, ο Μακ Ντάουελ συνετέλεσε στην ενοποίηση των ιστορικών τμημάτων των Αρχαίων Ελληνικών και των Λατινικών Σπουδών του πανεπιστημίου σε ένα τμήμα Κλασικών Σπουδών το οποίο ξεκίνησε να λειτουργεί το 1988 με πρώτο διευθυντή τον ίδιο. Πέτυχε να προσελκύσει προς την αρχαία Ελλάδα όσους είχαν εκδηλώσει αποκλειστική προτίμηση στον ρωμαϊκό κόσμο, με αποτέλεσμα οι εγγεγραμμένοι φοιτητές να αυξηθούν πάλι και ο αριθμός των πτυχιούχων του νέου τμήματος να ξεπεράσει κάθε προηγούμενο.


«Οι ελληνικές σπουδές  διατηρούν ζωντανό το πνεύμα μας»
Σήμερα περίπου 200 φοιτητές παρακολουθούν κάθε χρόνο το μονοετές μάθημα ελληνικού πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης και το ενδιαφέρον παραμένει σταθερό. «Είναι θέμα πολιτισμικό» εκτιμά ο καθηγητής του Τμήματος Κλασικών Σπουδών Μάθιου Φοξ. «Οι άνθρωποι κατάλαβαν ότι οι ελληνικές σπουδές δεν είναι χάσιμο χρόνου ή πολυτέλεια αλλά διευρύνουν τους ορίζοντες, καλλιεργούν την αντίληψη, διατηρούν ζωντανό το πνεύμα μας». Προς αυτή την κατεύθυνση ήταν μέγιστη η συμβολή του φιλολόγου Ντάγκλας Μακ Ντάουελ. Με τη διαθήκη του μίλησε στις απειλητικές για τον Ελληνισμό αγορές τη γλώσσα που καταλαβαίνουν, εκείνη του χρήματος. Προτού ρίξει το τελευταίο του χαρτί, όμως, είχε διαμορφώσει με μια σειρά στρατηγικές κινήσεις συνθήκες που εξασφάλιζαν ότι τα χρήματά του θα πιάσουν τόπο. Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας του; Δει χρημάτων ο πολιτισμός, είναι όμως ανώφελα χωρίς πάθος, όραμα και τρόπο.
εφ . ΤΟ ΒΗΜΑ  19/2/2012