Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Γιώργης Γιατρομανωλάκης 'Σε ποιον τελικά ανήκει ο Ρίτσος"


 
«Το ΚΚΕ τιμά τα 100 χρόνια από τη γέννηση του Γ. Ρίτσου, προβάλλοντας πλατιά στο λαό και στη νεολαία την ανεκτίμητη προσφορά, με την Τέχνη του, στο λαϊκό κίνημα, συνυφασμένη με την αγωνιστική στάση ζωής. Αυτή η όσμωση είναι που αναβλύζει (sic) την τεράστια αφυπνιστική δύναμη του έργου του, που συνεγείρει σμιλεύοντας την εργατική συνείδηση ως την αναγκαιότητα της κοινωνικής επανάστασης». Με αυτά τα ανελλήνιστα και χωρίς νόημα ελληνικά ανοίγει το Αφιέρωμά του ο «Ριζοσπάστης» (3/5/09) για να τιμήσει τα 100 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή. Ομως, για να ξεκινήσουμε από τα βασικά, όταν θέλουμε να δείξουμε τιμή και σεβασμό στον Ρίτσο (και σε κάθε ποιητή μας) που είχε ως κύριο, για να μην πω μοναδικό όπλο του τον απλό και συνάμα μουσικό, ευγενικό και πολύτροπο ελληνικό λόγο του, τότε καλό είναι, τουλάχιστον, να μην αναφερόμαστε στο έργο του με γλώσσα βάρβαρη και άξεστη.

Εν πάση περιπτώσει, καλώς έπραξε το ΚΚΕ (το όφειλε άλλωστε) να τιμήσει τον ποιητή και πολίτη Ρίτσο που όχι μόνο ύμνησε τους μεγάλους εθνικούς και κοινωνικούς αγώνες του λαού, αλλά έλαβε και ο ίδιος μέρος πάντα στην πρώτη γραμμή. Ωστόσο αυτή η «τιμή» που οι συντάκτες του Αφιερώματος απέδωσαν τελικά στον ποιητή καθόλου δεν είναι η οφειλόμενη και η δίκαιη. Οχι μόνο για την αθλιότητα των ελληνικών τους, ούτε επειδή πουθενά δεν θίγουν με σοβαρότητα και δεν στοχάζονται τα μεγάλα θέματα του εκτενούς και απείθαρχου έργου του Ρίτσου (θέματα ποιητικά, καλλιτεχνικά, πολιτικά, ηθικά, ερωτικά, προσωπικά, υπαρξιακά κ.λπ.) αλλά κυρίως επειδή, για άλλη μια φορά, χρησιμοποιούν τον ποιητή σαν δήθεν «σπλάχνο των σπλάχνων» τους για να διαδώσουν την «αλήθεια» τους και να διασαλπίσουν μια «τίμια αντεπίθεση» ενάντια σε όσους «κακοποιούν», «βεβηλώνουν», «διαστρεβλώνουν», «παραμορφώνουν» το έργο του. «Εκατοντάδες σελίδες», αποφαίνεται το Αφιέρωμα, «σοβαροφανών αναλύσεων γράφτηκαν αυτά τα τελευταία χρόνια, τόσο ξένες προς τη σκέψη του ποιητή και τόσο ανάξιες του διαμετρήματός του, ώστε να αποτελούν κυριολεκτικά βεβήλωση».

Δυστυχώς αυτοί οι «ορθόδοξοι» εκτιμητές και ανατόμοι του έργου του Ρίτσου ούτε ονόματα των «σοβαροφανών» και «βέβηλων» μάς δίνουν, ούτε (το χειρότερο) μας προσφέρουν μια στοιχειώδη βιβλιογραφία του γούστου και της έγκρισής τους, έτσι, να φωτιστούμε κι εμείς. Αντίθετα, όπως συνήθως γίνεται σε αυτού του είδους τις καταγγελίες, αναφέρονται γενικά και αόριστα άνθρωποι «με πανεπιστημιακές, συγγραφικές αλλά και αριστερές περγαμηνές, ορισμένοι από τους οποίους είχαν την τύχη να συνεργαστούν με τον ποιητή»(!). Κοντολογίς δηλαδή και με βάση την ατσάλινη λογική του συντάκτη αυτού του κειμένου, κάποιοι από τους βέβηλους, θρασύδειλους παραχαράκτες και σοβαροφανείς αναλυτές «συνεργάστηκαν» με τον ποιητή. Αλλά τότε και ο ποιητής «συνεργάστηκε» με αυτά τα υποκείμενα, πράγμα που σημαίνει, σύντροφοι, πως και ο ποιητής δεν είναι εντελώς αθώος... Ετσι δεν είναι;

Προφανώς και δεν χρειάζεται να επιμείνουμε σε αυτού του τύπου τη λογική. Δεν χρειάζεται να «πούμε περισσότερα. Καταλαβαινόμαστε...». Το ερώτημα ωστόσο που τίθεται για κάθε τίμιο αναγνώστη αυτού του Αφιερώματος είναι το εξής. Αλήθεια, αυτή είναι όντως η «σκέψη» και το «διαμέτρημα» του Ρίτσου, όπως θέλουν να μας δείξουν οι συντάκτες του; Οτι λ.χ. η Σονάτα δεν περιέχει και «στοιχεία αυτοεξομολόγησης», δεν είναι και « υπαρξιακό ποίημα με κυρίαρχα τα μοτίβα της φθοράς και του θανάτου» αλλά είναι σκέτα ένα ποίημα «αντινομιών» που ο Ρίτσος τις κάνει «να ξεπερνιούνται και να λύνονται στο υψηλό επίπεδο των θέσεων του διαλεκτικού υλισμού»; Γιατί αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε και οι λοιπές μεγάλες, όμορες και συγγενείς συνθέσεις της ΤέταρτηςΔιάστασης μαζί και η Ελένη (κυρίως αυτή) δεν είναι τίποτε άλλο παρά η απελπισμένη προσπάθεια ενός ποιητή να μας πείσει με εκατοντάδες στίχους πως οι «αντινομίες» λύνονται με τον «υψηλό διαλεκτικό υλισμό». Με αυτή την «κριτική» οι εκατό ποιητικές συλλογές του Ρίτσου, τα εννέα μυθιστορήματά του (αυτά πια!), τα τέσσερα θεατρικά έργα του, οι μελέτες και οι μεταφράσεις τους, οι επιστολές του, όλα αυτά γράφτηκαν για να περάσουν μέσα από την τρύπα μιας στρεβλής κομματικής βελόνας!

Ολα τα πρόσεξαν οι άνθρωποι της αντεπίθεσης και της κάθαρσης. Τα ποιήματα, τις γλυκερές «αναλύσεις» κι ας καταδικάζουν ασύστολα τις πολιτιστικές «ψευτο-ευαισθησίες» των άλλων. Πρόσεξαν και τις φωτογραφίες. Αλλά παρά ταύτα έγινε το μοιραίο λάθος. Οχι τα λεκτικά, εκφραστικά, λογικά και ερμηνευτικά σφάλματα (θανάσιμα για τους ποιητές) αλλά γιατί τους παραπλάνησαν δυο φωτογραφίες του ποιητή. Μάλιστα. Αυτός ο δόλιος ποιητής (ελπίζω να εννοήσουν τι εννοώ οι συντάκτες του Αφιερώματος) εμφανίζεται δύο φορές, μία στο εξώφυλλο του Αφιερώματος και μία μέσα, να κάθεται πάνω στις κροκάλες της ακρογιαλιάς. Στη μια μας κοιτάζει χαμογελαστός, ανέμελος και ωραίος, με φόντο τη θάλασσα, στην άλλη σκυμμένος δουλεύει τις πέτρες. Φορά και στις δύο ασπρογάλανα καπιταλιστικά σνίκερς! Επιτρέπεται κάτι τέτοιο σ΄ έναν ποιητή του «υψηλού διαλεκτικού υλισμού»; Το βρίσκω εκζητημένο και κανονικά δεν θα έπρεπε αυτές οι φωτογραφίες να βρίσκονται στο Αφιέρωμα. Είναι παντελώς έξω από το όλον επαναστατικό κλίμα...

Ειλικρινά δεν ειρωνεύομαι. Ούτε θέλω να δώσω ονόματα σε πράγματα και πρόσωπα, αλλά σκέφτομαι, καθώς περιδιαβάζω άλλη μια το Αφιέρωμα, μήπως τελικά έχουν δίκιο οι συντάκτες του; Μήπως δηλαδή κάνει λάθος η Προκοπάκη, ο Αργυρίου, ο Πρεβελάκης, ο Μαρωνίτης, ο Σαββίδης, ο Πήτερ Μπήαν, ο Ε. Κήλυ, οι νέοι λαμπροί μελετητές του ποιητή, οι διατριβές, οι σοβαρές μελέτες και τα άρθρα σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, όλοι εκείνοι που δεκαετίες τώρα μοχθούν να βγάλουν τον ποιητή από τη σιωπή και να δείξουν την τέχνη του και τα μεγάλα θέματα που τον απασχολούν, μήπως δηλαδή όλοι αυτοί κάνουν λάθος, βέβηλοι συνάμα και παραχαράκτες, και έχει δίκιο η κυρία Ελένη Μηλιαρονικολάκη, μέλος της ΚΕ και υπεύθυνη του Πολιτιστικού Τμήματος της ΚΕ του ΚΚΕ; Λέτε;

Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι ομότιμος καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.(εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ 17/5/2009 )

Τζιόβας Δ Λογοτεχνία και νεωτερικότητα


Τι είναι η νεωτερικότητα στη λογοτεχνία; Ορίζεται ως πειραματισμός, εκσυγχρονισμός, παραβατικότητα, ως το αντίθετο της παράδοσης, ως διαρκής υπέρβαση; Είναι το ειδοποιό της στοιχείο η μέριμνα για τις τροπικότητες και τις δυνατότητες της γλώσσας; Τα τελευταία χρόνια έχω την αίσθηση ότι γίνεται κατάχρηση της λέξης «νεωτερικός» στο χώρο της μελέτης της λογοτεχνίας (ιδιαίτερα της πεζογραφίας) με τις αναφορές σε «νεωτερική ποιητική», «νεωτερική τεχνική», «νεωτερική γραφή» ή «νεωτερική πεζογραφία», χωρίς να διευκρινίζεται αν με τον όρο νοείται κάτι νέο, πρωτοποριακό, μοντέρνο, μοντερνιστικό ή ακόμη και μεταμοντέρνο. Σε λίγες μέρες μάλιστα διεξάγεται στη Θεσσαλονίκη ολόκληρο συνέδριο με θέμα: «Η νεωτερικότητα στη νεοελληνική λογοτεχνία και κριτική του 19ου και του 20ού αιώνα».

Η νεωτερικότητα μπορούμε να πούμε ότι καταστέλλει την αίσθηση της ιστορικής συνέχειας, αντιπαραβάλλοντας στη διάρκειά της τους στιγμιαίους «κραδασμούς», θρυμματίζοντας την ενότητα του υποκειμένου και προκαλώντας κρίση στις αφηγηματικές μορφές αναπαράστασης. Μπορεί ως αισθητική κατηγορία η νεωτερικότητα να παραπέμπει σε μια ιδιαίτερη αίσθηση του χρόνου ή ως όρος modernite να εισάγεται το 1845 σε ένα δοκίμιο του Μπωντλαίρ για τον ζωγράφο Constantin Guys, όπου ορίζεται ως κάτι το εφήμερο, το φευγαλέο και το απρόβλεπτο, ωστόσο δεν είναι τόσο ιστορικά προσδιορισμένη όσο στο χώρο της κοινωνικής θεωρίας όπου θεωρείται ότι αρχίζει με τον διαχωρισμό χρόνου και χώρου ως ξεχωριστών κατηγοριών.

Και εκεί βέβαια ο ορισμός της ποικίλλει καθώς συνδέεται πότε με την εκβιομηχάνιση, την εκκοσμίκευση, την ορθολογικοποίηση (Μαξ Βέμπερ), τη δυναμική του κεφαλαίου (Μαρξ) ή το «ατελές εγχείρημα» του Διαφωτισμού (Χάμπερμας), πότε αντιδιαστέλλεται προς το θρησκευτικό φονταμενταλισμό, άλλοτε συγχέεται με τον εκσυγχρονισμό (modernization), ενώ τελευταία γίνεται λόγος και για «μετα-αποικιακές αντινεωτερικότητες» (Βhabha) ή για «ρευστή νεωτερικότητα» (Βauman). Παρ΄ όλα αυτά η νεωτερικότητα ως κοινωνιολογική κατηγορία φαίνεται πιο ιστορικά καθορισμένη από ό,τι στο χώρο της αισθητικής ή της λογοτεχνίας.

Στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας και κριτικής η χρήση των όρων «νεωτερικότητα» και «νεωτερικός» πάσχει από ασάφεια και μπορεί να οδηγήσει στο χαρακτηρισμό μιας πληθώρας κειμένων ως νεωτερικών με το πρόσχημα ότι μπορεί να ανιχνευθούν σε αυτά ψήγματα πειραματισμού, πρωτόγνωροι αφηγηματικοί τρόποι και εν γένει κάθε είδους μοντέρνα ψιμύθια. Η νεωτερικότητα έτσι ανάγεται σε μια χαλαρή και διευρυμένη αισθητική κατηγορία η οποία μπορεί να φέρει κοντά τον Μητσάκη με τον Πεντζίκη, τον Παπαδιαμάντη με τον Χειμωνά και τον Ροΐδη με τον Σωτήρη Δημητρίου ή να χωρέσει ακόμη και την Ιστορία ενός αιχμαλώτου του Δούκα. Ενίοτε μάλιστα χρησιμοποιείται και η έννοια της προ-νεωτερικότητας ή του πρωτο-μοντερνισμού για να αποσπασθούν κάποιοι συγγραφείς του δέκατου ένατου αιώνα από τα παραδοσιακά σχήματα της ηθογραφίας.

Σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου τα λογοτεχνικά ρεύματα ήταν επείσακτα ή διαθλαστικά μεταφερμένα, η έννοια της λογοτεχνικής νεωτερικότητας αποδεικνύεται ιδιαίτερα βολική και περιεκτική για να αγκαλιάσει κάθε μορφή πειραματισμού και να βαφτιστεί «νεωτερική» κάθε μορφική ιδιοτροπία. Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβάλλει τελικά στο να κατανοήσουμε τις λογοτεχνικές εξελίξεις ή να διακρίνουμε ρεύματα (ρεαλισμός, μοντερνισμός, μεταμοντερνισμός), με αποτέλεσμα να επιτείνεται η σύγχυση. Ούτε μας βοηθάει να εκτιμήσουμε την τοπική δεκτικότητα, τις πολιτισμικές αντιστάσεις ή τις ιδεολογικές στρεβλώσεις. Μπορούμε να χαρακτηρίζουμε σχεδόν τα πάντα νεωτερικά; Αποτελεί η νεωτερικότητα μια ανεξάντλητη και υπερβατική ιδιότητα; Αν το νεωτερικό παραπέμπει σε κάτι το εισαγόμενο, με τι μέτρα, ιθαγενή ή αλλότρια, θα κρίνουμε τελικά το νεωτερισμό του;

Ποια είναι η σχέση μοντερνισμού και νεωτερικότητας στο χώρο της λογοτεχνίας, δεδομένου ότι υπάρχουν πτυχές του ευρωπαϊκού μοντερνισμού που αποθεώνουν την ταχύτητα, την τεχνολογία ή την υπερβολή και άλλες που ρέπουν προς το συντηρητικό Αγγλικανισμό (Ελιοτ) ή τις χθόνιες δυνάμεις του μύθου (Ντ. Χ. Λώρενς); Νεωτερικότητα και αντι-νεωτερικότητα δηλαδή συνυπάρχουν στον μοντερνισμό; Είναι επίσης η νεωτερικότητα ένα διαχρονικό γνώρισμα που συνδέει μοντερνισμό και μετα-μοντερνισμό; Μήπως η έμφαση σε μια απροσδιόριστη και γενική νεωτερικότητα οδηγεί σε ένα νέο φορμαλισμό;

Ετσι που χρησιμοποιείται στα ελληνικά η νεωτερικότητα, έχω την εντύπωση ότι υπονομεύει την ιστορικότητά της. Αν η νεωτερικότητα δεν έχει ιστορικά όρια, περιόδους, φάσεις και τάσεις, τότε αναδεικνύεται σε μια υπεριστορική κατηγορία που υπερβαίνει καλλιτεχνικά ρεύματα και ισοπεδώνει ιστορικές διαφορές. Πάσχοντας από ένα σύνδρομο πολιτισμικής καθυστέρησης ή υστέρησης, οι έλληνες κριτικοί και μελετητές τείνουν ως αντίδοτο σε αυτό το αίσθημα μειονεξίας να γενικεύουν αδιάκριτα την απόδοση του χαρακτηρισμού «νεωτερικό» σε κείμενα, παραποιώντας έτσι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες και λογοτεχνικές εξελίξεις. Μήπως σε αυτή την περίπτωση θα ήταν προτιμότερο να μιλάμε για νεωτερικότητα των αναγνωστών παρά των συγγραφέων, δηλαδή νεωτερικότητα που την ανακαλύπτουν ή την προσδίδουν εκ των υστέρων οι αναγνώστες χωρίς να την έχουν προσχεδιάσει οι συγγραφείς με την ένταξή τους σε κάποιο πρωτοποριακό ρεύμα;

Η έννοια της νεωτερικότητας προϋποθέτει πάντα μια συγκροτημένη αντίληψη περί παράδοσης, την οποία αντιμάχεται. Επομένως, αν θέλουμε να οριοθετήσουμε χρονικά τη νεωτερικότητα στο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας, θα πρέπει να δούμε πότε συγκροτείται ένας ισχυρός λόγος περί λογοτεχνικής παράδοσης. Πότε δηλαδή προκύπτει η παράδοση ως έννοια ή ιδεολόγημα; Ιστορικοποιώντας την παράδοση, ιστορικοποιούμε και τη νεωτερικότητα. Αλλωστε και οι δύο συνιστούν μορφές ιστορικής αντίληψης του χρόνου.

Ο κ. Δημήτρης Τζιόβας είναι καθηγητής Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Βirmingham της Αγγλίας. (εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ 15/3/2009)

Τετάρτη 11 Απριλίου 2012

Νίκος Καρούζος "Ἡ ἔναστρη φωτεινότητα"

Ὁ ἄνθρωπος ποὺ εἰσόρμησε πιὰ στὴν ἀπώτερη θλίψη
μὲ δίχως ἔστω ἕνα τριαντάφυλλο
μ᾿ ἐκεῖνα τ᾿ ἀκατέργαστα στὴν ὤχρα μεινεσμένα μάτια
στὸ μισοσκέπαστο ἐρημόκκλησο σέρνοντας
τὴ μεγάλη ἀνάπηρη σιωπὴ στὸ καροτσάκι τῆς ὁμιλίας
ἀνέκαθεν ἤξερε τὴν ἄσωστη κατάσταση-: πὼς εἴμαστε
καθημαγμένοι ἐρασιτέχνες τοῦ Πραγματικοῦ
μ᾿ ἕνα μυστήριο ποὺ βεβηλώνει τὴ διάνοια διχάζοντας
πρὶν ἡ δορὰ τῆς θάλασσας σηκώσει τὸ ἀνάστημα τοῦ Ἅδη.
Πολύκρουνη ἡ θύελλα σπάζει τὰ ματογυάλια της κι ὁ μέγας
τρόμος ἀδράχνει τὰ μελλούμενα
σχηματίζοντας ἀποστήματα στὴ μνήμη.
Κατάχαμα τῆς ἀσίγαστης σιγῇς ἕνα κινούμενο
κειμήλιο-σκουλῆκι.
Ἡ ζωὴ ποὺ μικραίνει: ἡ μεγάλη ἀλήθεια.
Στὸν ὁποὺ πιάνει τὸ τσαπὶ γίνεται τσάπισμα
στὸν ὁποὺ πίνει τὸ νερὸ γίνεται πιόμα.
Ἔρχεται ἔαρ ἀειπάρθενο προφέροντας ἀρώματα
κρατεῖ μία κατάμαυρη λεπτότατη κλωστὴ
στὰ ὕπαιθρα τῆς νύχτας
τὸ σημεῖο τοῦ γκιώνη ποὺ εἶν᾿ ἄγνωστο πέρα...

Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Ελισάβετ Κοτζιά Κάλβου, αυτοχειρίας εγκώμιον


Μοιάζει με αναπόδραστη συνθήκη. Οι ενδοστρεφείς, πλαγιοδρομικοί, γριφώδεις στίχοι του Ανδρέα Κάλβου αντιστέκονται σθεναρά στις ερμηνευτικές απόπειρές μας. Παρά την αδιάλειπτη κριτική παραγωγή δεν κατορθώνουμε να προσδιορίσουμε το σκοτεινό μυστήριο της απροσμέτρητης βαρύτητάς τους. Η γενετική προσέγγιση επομένως, η πλαισίωσή τους, οι πολιτισμικές, πνευματικές και πολιτικές συντεταγμένες τους, η ανασυγκρότηση του κόσμου της παιδείας, της ιδεολογίας, των ηθικών και αισθητικών προταγμάτων του δημιουργού, αποτελούν γόνιμους τρόπους για τον εντοπισμό των στιβάδων της καταγωγής τους. Προηγήθηκαν δύο εμβληματικές (όχι ταυτόσημες ως προς τις θέσεις τους) μελέτες: «Τα θαυμάσια νερά Ανδρέας Κάλβος» (2011) στην οποία η Αθηνά Γεωργαντά δέχεται πως ο Ζακύνθιος ποιητής δεν ανήκει μεν σε κανέναν από τους διαμορφωμένους κύκλους των νεότερων ελληνικών γραμμάτων, συνδέεται όμως με τις νεοτερικές προτάσεις του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, με τον βυρωνισμό και με την ιδεολογική διδασκαλία των καρμπονάρων. Και το βιβλίο «Στον δρόμο για τις πατρίδες» (2010) στο οποίο ο Δημήτρης Δ. Αρβανιτάκης εξερευνά τα ιταλικά και βρετανικά περιβάλλοντα μέσα στα οποία βρέθηκε ο Κάλβος στη μεταναπολεόντειο περίοδο, παρακολουθώντας τα οράματα της παλιγγενεσίας. Στη νέα του εργασία «Απολογία της αυτοκτονίας. Ενα “αφελές” κείμενο του Ανδρέα Κάλβου» (Βιβλιοθήκη του Μουσείου Μπενάκη, σελ. 237), με ανάλογα μεθοδολογικά εργαλεία, ο Δημήτρης Αρβανιτάκης φωτίζει το ιταλόφωνο, αποδιδόμενο στον Κάλβο, κείμενο υπεράσπισης της αυτοχειρίας που γράφτηκε πριν από το 1820, είδε το φως σχεδόν εκατό χρόνια αργότερα και μεταφράστηκε στα ελληνικά το 1937.
«Αφελές» κείμενο. Πράγματι, διαβάζοντας την «Απολογία», η τεκμηρίωση μοιάζει φτωχή. Στη μεσοπολεμική ακαδημαϊκή κοινότητα (Ζώρας, Τωμαδάκης) προκάλεσε αμηχανία. Υπέρ της αυτοκτονίας ο εθνικός μας ποιητής; Τα επιχειρήματά του κρίθηκαν άνευ ενδιαφέροντος κι επομένως ανάξια ανασκευής. Αντιθέτως η κριτική, ο αισθητιστής Δημήτριος Καπετανάκης και ο υπερεαλιστής Νικόλας Κάλας, φάνηκε να την κατανοούν υπογραμμίζοντας την παραλληλία της με το αίσθημα απόγνωσης και της κυριαρχίας του θανάτου στην καλβική ποίηση. Η ανταλλαγή απόψεων έγινε βέβαια μέσα στο τεταμένο κλίμα ανάμεσα στους υπέρμαχους της αισιοδοξίας και στους πεισιθάνατους υπερασπιστές του Καρυωτάκη.
Προσεγγίζοντας ωστόσο το κείμενο με τα μάτια στραμμένα στον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό και ανατοποθετώντας το μέσα σε έναν, όχι υπαρξιακό αλλά πολιτικοκοινωνικό ορίζοντα, ο Δημήτρης Αρβανιτάκης επιφυλάσσει στην «Απολογία» έναν καινούργιο ρόλο. Πρόκειται για τη συμμετοχή του Κάλβου σε μια από τις μεγάλες συζητήσεις του καιρού του. Μέσα στα κοινωνικοϊδεολογικά συμφραζόμενα του εκπνέοντος 18ου αιώνα, το δικαίωμα στην αυτοχειρία είχε αναδειχθεί σε κομβικό ζήτημα της σύγκρουσης ανάμεσα στην ελεύθερη διανόηση και στην απολυταρχία, ανάμεσα στις αυτονομούμενες κοσμικές δυνάμεις και την αναδιπλούμενη Εκκλησία. Αντιμετωπίστηκε ως πατριωτική χειρονομία, ως διαμαρτυρία απέναντι στην τυραννία, ως διεκδίκηση της ατομικής και συλλογικής ελευθερίας, ως εκδήλωση του αυτεξούσιου του ανθρώπου έναντι του Θεού ως απόλυτου ρυθμιστή στο δικαίωμα της ζωής και του θανάτου. Η εκκλησιαστική αυθεντία κλονίστηκε, η ζωή έπαυσε να θεωρείται αξία μυστική και η αυτοχειρία αποδεσμεύθηκε από την αμαρτία. Η υπεράσπιση της αυτοκτονίας σηματοδότησε το πέρασμα από την προνοιακή αντίληψη της ιστορίας στην κριτική συνείδηση του 18ου αιώνα. Σύμφωνα με τον μελετητή, η καλβική νομιμοποίηση της αυτοκτονίας δεν εντάσσεται στην βερθερικού τύπου απελπισμένη ρομαντική μελαγχολία. Στη γραμμή του Φώσκολου και του Αλφιέρι αλλά όχι μόνον, παραπέμπει αντιθέτως στην πολιτική και πατριωτική χειραφέτηση, κι επίσης στη διεκδίκηση της αρετής και στην έννοια του χρέους.
εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 8/4/2012





Παντελή Μπουκάλα Η παρανάγνωση της ποίησης και η γλωσσολαλία

Συμβαίνει κι αυτό με τους ποιητές: Να παραναγνώσουμε κάποια στιγμή έναν στίχο τους και να αναγνωρίζουμε πια σαν νοηματικά δικαιωμένο και σωστό το λαθεμένο, που επιβλήθηκε με τη συνεχή χρήση του σε αυτό που όντως εννοούσε ο ποιητής. Συνηθισμένο παράδειγμα η αλλοίωση που υπέστη μελοποιούμενη η «Αρνηση» του Σεφέρη. Στη στροφή: «Με τι καρδιά, με τι πνοή, / τι πόθους και τι πάθος / πήραμε τη ζωή μας· λάθος! / κι αλλάξαμε ζωή», η μουσική του Θεοδωράκη δεν μπόρεσε να «διαβάσει» και να αποδώσει την κρίσιμη άνω τελεία, που χάθηκε. Κι όλα άλλαξαν. Πολύ πιο σοβαρά γίνονται όμως τα πράγματα, γιατί δεν εξαντλούνται στο φιλολογικό πεδίο, όταν μετράμε έναν ποιητικής τάξεως ισχυρισμό σαν θέσφατο κοινωνικοπολιτικής ισχύος, όταν θεωρούμε πως ένα λογοτεχνικό «επιχείρημα» δεν είναι τίποτα λιγότερο από αναμφισβήτητη μαθηματική ταυτότητα. Δώσαμε κάποτε (και θα συνεχίσουμε να δίνουμε, ό,τι διαφορετικό κι αν γραφτεί), αξία νόμου της Φυσικής ή της Ιστορίας στον ποιητικό ισχυρισμό του Καβάφη που διατυπώθηκε στο «Επιτύμβιον Αντιόχου, βασιλέως Κομμαγηνής»: «Υπήρξεν έτι το άριστον εκείνο, Ελληνικός - / ιδιότητα δεν έχ’ η ανθρωπότης τιμιοτέραν». Το ότι η αξία του αίνου είναι σχετική, αφού γράφτηκε (α) κατά παραγγελίαν, (β) από σοφιστή «ασμένως κ’ επανειλημμένως φιλοξενηθέντα» στην αυλή, άρα υπόχρεο, και (γ) «τη υποδείξει Σύρων αυλικών», επίσης υποχρεωμένων, άρα και κολάκων, δεν εμποδίζει τον εθνικό ναρκισσισμό μας να πιάσει το τροπάριο της μοναδικότητας.
Με το άλλο του χέρι ο ναρκισσισμός μας κρεμιέται από το στίχο του Ελύτη στο «Αξιον Εστί»: «Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική». Αποσπώντας το στίχο από ό,τι τον προϋποθέτει και ό,τι τον υποστυλώνει, βγάζοντάς τον έξω από την αλυσίδα που επιχειρεί να φτιάξει ο ποιητής με κρίκους τον Ομηρο, τις ψαλμωδίες και τον Εθνικό Υμνο, τον χρησιμοποιούμε κατά κόρον, και πάντοτε με ύφος υπεροπτικό απέναντι στους άλλους που τάχα δεν «τους έδωσαν» τη γλώσσα τους. Γιατί, είτε το εννοούσε ο Ελύτης είτε όχι, οι περισσότεροί μας, καθοδηγημένοι από την επίσημη ιστορία και την κυρίαρχη περί έθνους ιδεολογία, καταλάβαμε ό,τι θέλαμε να καταλάβουμε, ό,τι φαίνεται να υποστηρίζει τη φυλετική μας φιλαυτία. Το «μού έδωσαν», είτε μαγικής είτε θεολογικής τάξεως το πούμε, διευκολύνει το σχηματισμό της εντύπωσης πως η ελληνική, ξεχωριστή, κείται εκτός Ιστορίας, σε κάποιο αόριστο Υψηλό, απ’ όπου παραδίδεται τελετουργικά σε κάθε νέα φουρνιά χρηστών. Και παραδίδεται ήδη τελειωμένη, και τέλεια, σαν να μη χρειάζεται την επινοητικότητα άλλων ομιλητών και γραφιάδων. Ακόμα κι αν ο Ελύτης εννοούσε το πολύ απλό, ότι τη γλώσσα μας (την ελληνική σ’ εμάς, την τουρκική στα Τουρκόπουλα, τη γαλλική στα Γαλλάκια) μάς τη δίνουν οι φυσικοί και πνευματικοί γονείς μας, οι γιαγιάδες κι οι παππούδες με τα νανουρίσματα και τα παραμύθια τους, οι πρώτες παρέες, το σχολείο κτλ., η κατάχρηση του στίχου από συγκεκριμένο τμήμα του πολιτικοπνευματικού φάσματος, και πάντοτε με το νόημα της θεόθεν (ενίοτε και ουφόθεν) παράδοσης της ελληνικής στους χρήστες της, έπνιξε σαν ζιζάνιο το ποίημα. Και είτε για τον Καβάφη πρόκειται είτε για τον Ελύτη, πρέπει πια να ψάξουμε βαθιά στο παλίμψηστο, να πάμε κάτω από τις επάλληλες στρώσεις των σκόπιμων παραναγνώσεων και των ιδεολογικών λαθραναγνώσεων, ώστε να βρούμε την αρχή: το κείμενο.
Αυτό ακριβώς το μεταλλαγμένο «Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική» ήρθε αυτόματα στη μνήμη όταν πρωτάκουσα ένα τραγούδι που ξεκινάει με το στίχο «Η γλώσσα που μού δώσατε μελώδησε στο στόμα» και τιτλοφορείται «Γλωσσολαλιά», με τον τόνο στη λήγουσα. Τέτοια λέξη δεν υπάρχει στα λεξικά, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα· ουδείς δικαιούται να εμποδίσει τη γλωσσοπαραγωγή, αρκεί η νέα λέξη να έχει διακριτό νόημα, να κρίνεται επικοινωνιακώς αναγκαία (να μην υπάρχουν δηλαδή ήδη αρκετά συνώνυμά της) και να τηρούνται στο σχηματισμό της οι κανόνες της ελληνικής. Γλωσσολαλία (εκ του γλώσσα + λαλέω), παροξύτονη, υπάρχει, τη μάθαμε στα Θρησκευτικά. Είναι η εξ επιφοιτήσεως ικανότητα των Αποστόλων να μιλούν γλώσσες που δεν τις κατείχαν: «Και εν τω συμπληρούσθαι την ημέραν της Πεντηκοστής ήσαν άπαντες ομοθυμαδόν επί το αυτό. Και εγένετο άφνω εκ του ουρανού ήχος ώσπερ φερομένης πνοής βιαίας, και επλήρωσεν όλον τον οίκον ού ήσαν καθήμενοι· και ώφθησαν αυτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός, εκάθισέ τε εφ’ ένα έκαστον αυτών. Και επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου και ήρξαντο λαλείν ετέραις γλώσσαις καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (Πράξεις Αποστόλων, 2, 1-4). Εδώ μπαίνουμε στον πειρασμό να υποθέσουμε ότι η επιφοίτηση υπήρξε ένα φαινόμενο άπαξ ή ότι καλοί κι ευλογημένοι χριστιανοί ήταν μόνο οι της πρώτης γενιάς, γιατί δυστυχώς ουδέποτε έλειψε στον κόσμο η ανάγκη για μεταφραστές και κατόπιν για φροντιστήρια ξένων γλωσσών. Εν πάση περιπτώσει, η «γλωσσολαλία» κατ’ επέκταση σημαίνει την παραγωγή ακατάληπτου λόγου σε κατάσταση έκστασης. Στη δημοφιλή Βικιπαίδεια πάντως τονίζουν στη λήγουσα: «Ο όρος γλωσσολαλιά αναφέρεται σε μια πνευματική κατάσταση κατά την οποία έχουμε εκφορά ακατανόητων φραστικών διατυπώσεων ως τμήμα θρησκευτικής πρακτικής, στη διάρκεια έντονης θρησκευτικής διέγερσης».
Τι είναι όμως η «γλωσσολαλιά» του τραγουδιού; Η «γλωσσολαλία» επί το δημοτικότερον ή μια προσπάθεια παράκαμψής της, για να μη μας μπερδέψουν με τους Πεντηκοστιανούς; Τότε όμως είναι πιθανό να μας μπερδέψουν με άλλους που ίσως τους εχθρευόμαστε πολιτικά, λ.χ. με όσους κηρύσσουν υπό τον τίτλο «Ελλήνων η θεϊκή γλωσσολαλιά»: «Το ελληνικό έθνος που υπήρξε αναντίρρητα ο ιδρυτής του ανθρωπίνου πολιτισμού παρέλαβε το θείο δώρο της λαλιάς και το πήγε πολλά βήματα εμπρός σηματοδοτώντας τη διάκριση των εννοιών όταν τα άλλα έθνη χρησιμοποιούσαν περιορισμένο λεξιλόγιο και κοινούς τόπους για διαφορετικές εκφράσεις» (εφημ. «Στόχος» της Χρυσής Αυγής, 8.2.2012). Αλλά επειδή το τραγούδι έγινε ήδη κάτι σαν εθνογλωσσικός ύμνος και προβάλλεται έντονα από τους υπερέλληνές μας, θα μας απασχολήσει και πασχαλιάτικα. Ως τότε, ας εκκρεμεί το ερώτημα: Τι σημαίνει, στο πεδίο της γραμματικής επιτέλους αλλά και της ιδεολογίας, το ότι η γλώσσα μας «φεγγάριασε τη σκοτεινιά ξένων λαών και τόπων»;
εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 8/4/2012

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Οδ. Ελύτης "της πατρίδας μου και πάλι ομοιώθηκα"

Βούλγαρης Κ . Η «εθνική αφήγηση του 1821», η ιστορία της λογοτεχνίας και η αριστερά

Ήδη από τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, έχει δημιουργηθεί μια ολόκληρη φιλολογία, με βάση την εντύπωση ότι «την ιστορία τη γράφουν οι ηττημένοι». Η φράση αποδίδει βέβαια μια ορισμένη πραγματικότητα, εκφράζει την πρωτοκαθεδρία μερικών αριστερών διανοουμένων σε μια σειρά από τομείς της πνευματικής ζωής, αφού οι περισσότεροι απ' όσους εν γένει «ιστόρησαν», όλες τις προηγούμενες δεκαετίες, ήσαν πολιτικά τοποθετημένοι στην αριστερά. Ταυτόχρονα όμως η φράση είναι απελπιστικά λειψή, γιατί δεν περιγράφει τους όρους κάτω απ' τους οποίους αυτοί ιστόρησαν: την ιστορία όντως την έγραψαν κυρίως οι ηττημένοι, αλλά συνήθως την έγραψαν ακριβώς ως ηττημένοι, δηλαδή, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, υιοθετώντας το ιστορικό σχήμα των νικητών. Ακόμα και τον εμφύλιο, ως «εθνική τραγωδία», δηλαδή ως αμάρτημα τον αφηγήθηκαν οι περισσότεροι αριστεροί.

Όταν ο Τσίρκας συνάντησε τον Μακρυγιάννη...
Ένα χαρακτηριστικό δείγμα, για το πώς φτιάχνεται μια τέτοιου είδους ιστόρηση, μας παρέχει η έκδοση «Στρατής Τσίρκας, Το εικοσιένα στη νεοελληνική πεζογραφία (Σολωμός και Μακρυγιάννης)»1, που κυκλοφόρησε προσφάτως από το ΜΙΕΤ. Πρόκειται για το κείμενο μιας διάλεξης του Τσίρκα, την 23η Μαρτίου 1947, που δόθηκε στην Αίγυπτο, στην Πνευματική Εστία της Αλεξάνδρειας, σε εκδήλωση για την εθνική επέτειο.2
Έχει προηγηθεί, το 1943, η διάλεξη του Σεφέρη για τον Μακρυγιάννη, στην Αλεξάνδρεια και το Κάιρο, όπου κι αυτός επιχειρούσε μια προβολή του 1821 στο ιστορικό παρόν, δηλαδή μια ανάγνωση του παρόντος μέσα από την αφήγηση του (λογοτεχνικού) παρελθόντος. Σε αυτό το συνεχές φλας-μπακ, κοινά σημεία αναφοράς των δύο ομιλητών είναι ο Σολωμός και ο Μακρυγιάννης. Όμως, ενώ ο Σεφέρης αναφέρεται στην επιλογή του Σολωμού να γράψει στη δημοτική την «ερειπωμένη» Γυναίκα της Ζάκυθος, και διά της γλώσσας επιχειρεί να εντάξει τον ποιητή στη δικιά του ιστορική-λογοτεχνική αφήγηση, ο Τσίρκας φθάνει να χαρακτηρίσει τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, από την άποψη της γλώσσας, μα και πολλών άλλων «λογοτεχνικών αρετών», ως εγχείρημα ανάλογο της Γυναίκας της Ζάκυθος: η γραφή του Μακρυγιάννη «αποδείχνεται άξια της πένας του Σολωμού»3...
Ο Τσίρκας δίνει την εντύπωση ότι θέλει να «προεκτείνει» τον Σεφέρη, να πει όσα ενδεχομένως εκείνος «δεν μπορούσε να πει» (λόγω των δεσμεύσεών του ως κυβερνητικό/καθεστωτικό στέλεχος...), όμως τελικά δεν καταφέρνει να βγει έξω από τη βαριά σκιά του προλαλήσαντος, λόγω του «θαυμασμού» του προς αυτόν (Δ. Καψάλης4). Μάλιστα, αυτός ο «θαυμασμός» φθάνει μέχρι του σημείου ο Τσίρκας, στη «δικιά του» ανάγνωση του Μακρυγιάννη, να χρησιμοποιεί μόνο αποσπάσματα των Απομνημονευμάτων που έχει ήδη εντάξει και σχολιάσει στη διάλεξή του ο Σεφέρης...
Όπως άλλωστε κι ο Σεφέρης, ο Τσίρκας αποφαίνεται επί της αφηγηματικής αλλά και ιστοριογραφικής αξίας των μακρυγιαννικών Απομνημονευμάτων, χωρίς να κάνει τον κόπο να τα συγκρίνει με τα απομνημονεύματα άλλων αγωνιστών, χωρίς να δηλώνει ή να εννοεί ότι τα έχει διαβάσει, χωρίς καν να μνημονεύει την ύπαρξή τους. Ο Μακρυγιάννης, εντελώς αυθαίρετα, τίθεται «εκτός συναγωνισμού», υπεράνω όλων των υπολοίπων, όχι μόνο ως άνθρωπος αλλά ακόμα και ως στρατιωτικός: «Ούτε θα αποτολμήσουμε να ζωγραφίσουμε τον άνθρωπο Μακρυγιάννη, τον πιο ενάρετο, τον πιο τίμιο, τον πιο γενναίο στρατηγό του Εικοσιένα. Η νύχτα ολάκερη δεν θα μας έφτανε. Η ζωή του είναι ένας αέναος και πικρός αγώνας για τη λεφτεριά, την αρετή, τη δικαιοσύνη...»5.
Κάπως έτσι, φθάνουμε στον «νεωτερικό» εθνικό πεζογραφικό κανόνα που εισάγει ο Σεφέρης, και κυριαρχεί μέχρι σήμερα, κανόνα στον οποίο ομνύει ασμένως ο Τσίρκας. Ας δούμε το σχετικό παράθεμα του Σεφέρη:
«Θα ήθελα, πριν τελειώσω, να συνοψίσω τη γνώμη μου για το βιβλίο του Μακρυγιάννη [...]: Ο Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχουμε τον Παπαδιαμάντη»6.
Τώρα ο λόγος στον Τσίρκα, ο οποίος πιστώνει, το ίδιο σχήμα, σε μια μέλλουσα «αριστερή» αφήγηση:
«Δεν είναι πολύ τολμηρό να φανταστούμε ότι μια μέρα τα παιδιά μας θα ανοίγουν την ξαναγραμμένη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και στη σελίδα "Πεζογραφία" θα διαβάζουν:
Με τις πρώτες τουφεκιές του ιερού αγώνα γράφτηκαν κι οι πρώτες γραμμές των αριστουργημάτων της νεοελληνικής πεζογραφίας [...] Το πυκνό, τ' ακατάλυτο σε χρόνια κι αλλαγές περιεχόμενο πρόσταξε και όρισε την τελειότητα της μορφής. Το περιεχόμενο είναι η Ελευθερία, και η Μορφή είναι η αυστηρά αριστοκρατική κι αδρά δημοτική ελληνικότητα. Περιεχόμενο και μορφή αρμονίζονται απόλυτα στ' ανάστημα του ανθρώπου. Θεμελιωτές της νεοελληνικής πεζογραφίας είναι ο Διονύσιος Σολωμός κι ο Στρατηγός Μακρυγιάννης. Ύστερα ήρθε ο Παπαδιαμάντης»7.

Ο «εθνικός» εξοβελισμός του Ροΐδη και του Βιζυηνού
Έτσι, με αυτή τη μαγική κίνηση, εθνικοπατριωτικά φορτισμένη έως το μη παρέκει, εξαφανίζεται από το κάδρο εκείνη η κορύφωση της νεοελληνικής πεζογραφίας, που μάλιστα επιτυγχάνεται στην πιο απαιτητική, πιο συνθετική και, με τα κριτήρια του 19ο αιώνα αλλά και του μοντερνισμού, ανώτερη όλων των άλλων μορφή πεζογραφίας, δηλαδή στη μορφή του μυθιστορήματος: Η πάπισσα Ιωάννα του Εμμανουήλ Ροΐδη. Και δεν είναι, βέβαια, η καθαρεύουσα γλώσσα της Πάπισσας που ενοχλεί, αφού σε αυτή τη γλώσσα γράφει κι ο Παπαδιαμάντης. Είναι φυσικά το «θέμα» της Πάπισσας, που δεν χωράει στην «εθνική» αφήγηση. Μόνο αυτό; Κατά τη γνώμη μου, ο Ροΐδης ενοχλεί τον Σεφέρη για μια σειρά από λόγους, ένας από τους οποίους είναι η διεκδίκηση, εκ μέρους του Σεφέρη και των συν αυτώ, της αποκλειστικής «αντιπροσωπείας» της ευρωπαϊκότητας, τουλάχιστον από τον Κοραή και μετά8. Ο Ροΐδης, λοιπόν, εκτός του ότι ενοχλεί με το θέμα του, πραγματώνει, στην Πάπισσα αλλά και σε εκατοντάδες άλλα κείμενά του και παρεμβάσεις του, μια ισότιμη σχέση με την ευρωπαϊκή σκέψη, η οποία σχέση προκύπτει από μια απίστευτη γκάμα γνώσεων, επιστημονικών, λογοτεχνικών, εγκυκλοπαιδικών, και κυρίως από μια εμπεδωμένη ευρωπαϊκή πολιτισμική ταυτότητα. Επιπλέον, ο Ροΐδης μετέχει της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας ως ισότιμος εταίρος, στο ανώτατο δυνατό επίπεδο, δηλαδή στην πρωτοπορία της διερεύνησης νέων εκφραστικών τρόπων, εν προκειμένω του μυθιστορήματος, αντί απλώς να «μεταφυτεύει» στην ημεδαπή τούς πιο βατούς, και αισθητικά λιγότερο ανατρεπτικούς λογοτεχνικούς τρόπους της εποχής του, όπως κάνει ο Σεφέρης.
Η ίδια αντιμετώπιση επιφυλάσσεται και στον Γεώργιο Βιζυηνό, που κι αυτός εξαφανίζεται από το κάδρο. Βλέπεις, η αστική/μοντερνιστική πεζογραφία, που εργολαβικώς ανέλαβαν να εισαγάγουν ο Θεοτοκάς, ο Τερζάκης και οι υπόλοιποι της «γενιάς» του Σεφέρη, και την οποία συνέχισε ο Τσίρκας, αυτή η πεζογραφία, από άποψη δραματικού βάθους, ψυχολογίας χαρακτήρων, κ.λπ., έχει να αναμετρηθεί με τα διηγήματα του Βιζυηνού, ο οποίος μάλιστα τη σχετική «θεματολογία» την έχει σπουδάσει στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια9. Γι' αυτό σβήστηκε απ' τον χάρτη και ο Βιζυηνός, τα διηγήματα του οποίου, ήδη το 1948, χαρακτηρίζονται ως «ηθογραφικά», ασήμαντα και άτεχνα, σε μια πρωτοφανή επίδειξη καθεστωτικής αναίδειας από τον Κ. Θ. Δημαρά.10

Η «εθνική» παθολογία της αριστεράς
Ταυτόσημοι δεν είναι ο Ροΐδης και ο Βιζυηνός, όσα όμως αθροιστικά σημαίνουν τότε, και συνεχίζουν να σηματοδοτούν σήμερα, ως ιδεολογία, ως αισθητική, ως πολιτική στάση, ως πολιτισμικός ορίζοντας, κ.λπ., ήδη συνιστούν μια διαφορετική εν δυνάμει αφήγηση, όχι μόνο της πεζογραφίας μας, αφήγηση ανταγωνιστική με αυτή που οργάνωσαν ο Σεφέρης και ο Δημαράς. Το ερώτημα βέβαια είναι γιατί ο Τσίρκας υιοθετεί το σχήμα του Σεφέρη, και μάλιστα υπερθεματίζει. Τουλάχιστον ο Σεφέρης «προφύλαξε» τη διάλεξή του για τον Μακρυγιάννη με όλα τα άλλοθι που του πρόσφερε η ιστορική στιγμή, ο πόλεμος, η «εκτός έδρας» εκφώνησή της στην Αίγυπτο, η «θέση» του, κ.λπ. κ.λπ.. Επίσης, είχε να οργανώσει και να εμπεδώσει ένα ολόκληρο σχήμα, που αφορούσε την ανανέωση της εθνικής αφήγησης και τον «συγχρονισμό» τού παραπαίοντος αστισμού με τα ιστορικά δρώμενα. Ένα τέτοιο, ηγεμονικό εγχείρημα χρειαζόταν ανυπερθέτως λαϊκό προφίλ, που μόνο η σημαία του δημοτικισμού και η υιοθέτηση της μακρυγιαννικής αφήγησης του 1821 μπορούσαν να του παράσχουν, ώστε μαζί με τη χριστιανική συνιστώσα του Παπαδιαμάντη να αποτελέσουν τα υλικά της νέας καθεστωτικής εθνικής αφήγησης, απωθώντας ταυτόχρονα από το κάδρο κάθε τι μη συμβατό με αυτήν. Κατανοητή λοιπόν η επιλογή του Σεφέρη, δηλαδή η απολύτως ιδεολογική χρήση του Σολωμού, του Μακρυγιάννη και του Παπαδιαμάντη, και η «ιδεολογική» αγνόηση του Ροΐδη και του Βιζυηνού, όμως ο Τσίρκας, τον Μάρτη του 1947, όταν η ηττημένη αριστερά σέρνεται στον εμφύλιο, τι ακριβώς πήγαινε να κάνει;
Εδώ συναντάμε μια παθολογία της αριστεράς, που ήδη μέσα στην Κατοχή και συστηματικά στις μεταπολεμικές δεκαετίες, προκειμένου να αντιμετωπίσει την εθνικοφροσύνη διεκδίκησε το δικό της μερίδιο στην «ψυχή του έθνους», βουλιάζοντας έτσι στην τυπολογία και τα στερεότυπα της κυρίαρχης αφήγησης, προλειαίνοντας το έδαφος για την έλευση αργότερα ενός κάποιου ΠΑΣΟΚ. Πρόκειται για αυτοχειρία, για αυτοακύρωση της αριστερής σκέψης, αφού από την εποχή του Γεωργίου Σκληρού και του Κορδάτου οι αριστεροί διανοούμενοι επιχείρησαν να αρθρώσουν μια πολιτική/λογοτεχνική/ιστορική αφήγηση ανταγωνιστική με την κυρίαρχη. Χαρακτηριστικά παραδείγματα Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική, του Βάρναλη, που γράφεται απέναντι στον Γ. Αποστολάκη, οι μελέτες του «ιστορικού της γενεαλογίας της ελληνικής κεφαλαιοκρατίας» Σεραφείμ Μάξιμου, που «σηκώνει το ανάστημά του στον Ζολώτα» (Σπ. Ασδραχάς11), και πάνω απ' όλα η ανελέητη κριτική στη Μεγάλη Ιδέα και τη μικρασιατική περιπέτεια. Αυτές οι μετωπικές συγκρούσεις του μεσοπολέμου ήταν που καθιέρωσαν την αριστερά ως ανατρεπτική δύναμη. Αυτή την ιδεολογική παρακαταθήκη εισπράττει η αριστερά στην Κατοχή ως πολιτική επιρροή, ακριβώς γιατί στη διάρκεια του μεσοπολέμου δεν είχε επιτρέψει στον ηγεμονικό βενιζελισμό να αναχθεί σε εθνική αφήγηση.
Έτσι, φθάνουμε σε μια σκληρή διαπίστωση: μόνο εκείνη η ιστορία, που τη γράφουν ή έστω την υιοθετούν οι ηττημένοι ή κυριαρχούμενοι, και τη γράφουν ή έστω την υιοθετούν ακριβώς ως ηττημένοι ή κυριαρχούμενοι, μπορεί να έχει ευρύτατη αποδοχή, να αποκτήσει όντως την ισχύ «εθνικής αφήγησης».

Η διαλεκτική μορφής και πράξης
Η ιστορία των μορφών, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, δεν λατρεύει τον φορμαλισμό αλλά είναι συμφιλιωμένη με την ιστορική κίνηση. Στις σελίδες της, βεβαίως θα συναντήσει κανείς τον Τσίρκα και τον Σεφέρη, όμως για το έργο τους δεν πρόκειται να διαβάσει κάτι ανάλογο με αυτό που γράφεται για τον Ροΐδη, 150 χρόνια μετά το ανδραγάθημά του: «Η Πάπισσα Ιωάννα ως μεταμυθοπλασία [...] αποτελεί μία στάση/αποστασία στην ιστορία του αφηγηματικού λόγου» (Μ. Κακαβούλια12). Είναι που η Πάπισσα «αντέχει» σήμερα, φθάνει αρυτίδωτη, απολύτως συμβατή και γόνιμη στους μεταμοντέρνους καιρούς μας, δίνοντας μάλιστα και απρόσμενο ιστορικό βάθος σε σύγχρονες αισθητικές αναζητήσεις της πεζογραφίας μας.13
Ο καθένας επιλέγει τη σχέση του, με αυτή ή εκείνη την ιστορική αφήγηση, δι' αυτής ή εκείνης της λογοτεχνίας. Γιατί ναι μεν η τέχνη μάς μιλά για πράγματα χρήσιμα -σε συγκεκριμένες κοινωνικές κατηγορίες και τάξεις, στη συγκυρία, στην εκπαίδευση, στην εξουσία, στις τρέχουσες πολιτιστικές δραστηριότητες, κ.λπ.-, αλλά μόνο διά της μορφής αίρεται σε μια διακριτή αναβαθμίδα, κάποτε και σ' ένα καθολικό επίπεδο, δηλαδή μάς παρέχει τρόπους, να δούμε τον κόσμο και τη ζωή. Έτσι συνέβαινε πάντα: ο Όμηρος καταπιάστηκε με μια (χρήσιμη) ιστόρηση του Τρωικού πολέμου, αλλά η Ιλιάδα μάς έδωσε έναν τρόπο να δούμε την ανθρώπινη ιστορία, στη μορφή του έπους. Δι' αυτής της αφαίρεσης, δηλαδή διά της ακολουθίας των μορφών, οι κοινωνικοί διαχωρισμοί, οι ιδεολογικές συγκρούσεις, οι θεωρητικές διαφορές, η όλη ιστορική κίνηση, διαυγάζονται και ανανοηματοδοτούνται, συνθέτοντας, όπως ιδρυτικά το είπε ο Διονύσιος Σολωμός, στοχαζόμενος πάνω στη μορφή του ποιήματος «Ελεύθεροι πολιορκημένοι»: Μια μεστή και ωραία δημοκρατία ιδεών14.
Εδώ, ο καθένας επιλέγει την «πτέρυγα» και την εκδοχή που του ταιριάζει. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Μάης του '68: είναι πια κοινός τόπος κάθε σοβαρής ανάλυσης, πως η τυπολογία αυτής της εξέγερσης, καθώς και των κοινωνικών κινημάτων που παρήγαγε, ήταν εμπεδωμένη και διαθέσιμη, στις αυθάδεις και χειραφετητικές μορφές που ήδη είχε αποτυπώσει το σουρεαλιστικό κίνημα, στην ποίηση, στη ζωγραφική, στην κοινωνική αντίληψη, ως «ιχνογραφήματα ονείρου». Αντίθετα, οι Ακυβέρνητες πολιτείες του Τσίρκα και η αισθητική τους, δηλαδή η μορφή του κοσμοειδώλου που κόμισαν, οργάνωσαν μεν την ιδεολογία του «ιστορικού αντιδογματισμού», προδιέγραψαν όμως ως απολύτως συμβατική τη βασική εκδοχή της συνέχειάς του...
Αλλά και η πρόσληψη, ακόμα και η «μοίρα» των ιστορικών γεγονότων εξαρτάται από τη μορφή της αφήγησής τους. Αν για τον ισπανικό εμφύλιο είχαμε στη διάθεσή μας μόνο τα σημαντικά αλλά συμβατικά βιβλία του Χεμινγουέι και του Όργουελ, και τις επίσης σημαντικές αλλά συμβατικές κινηματογραφικές μεταφορές τους, καθώς και τις πολυπληθείς, επιστημονικά άρτιες ιστοριογραφικές εργασίες, η εικόνα μας για το γεγονός δεν θα ήταν αυτή που έχουμε σήμερα. Μόνο η «Γκουέρνικα», με την τόσο προωθημένη και καταλυτικά αντισυμβατική μορφή της, κατάφερε να αφηγηθεί αυτό το ιστορικό γεγονός σε όλη του την ένταση.
Επίσης, οι μορφές πάλης, δηλαδή οι πολιτικές, θεσμικές, οργανωτικές καινοτομίες που εισήγαγαν επαναστάσεις, εξεγέρσεις, κοινωνικές αντιπαραθέσεις, και μάλιστα ανεξάρτητα από την τελεσφορία τους, έχουν ευρύτερη ιστορική σημασία. Τα σοβιέτ της ρώσικης επανάστασης του '17 προϋποθέτουν την παρισινή κομμούνα, το ΕΑΜ και η γιουγκοσλαβική αντίσταση προϋποθέτουν τους ισπανούς Δημοκρατικούς, τα νέα κοινωνικά κινήματα προϋποθέτουν τον Μάη, η δε επανάσταση του 1821 προϋποθέτει τη γαλλική.
Η επιλογή, λοιπόν, των λογοτεχνικών και των πολιτικών μας προγόνων, είναι μια εν ταυτώ αισθητική και πολιτική επιλογή, ακόμα κι αν τα υποκείμενα της ιστορίας δεν το συνειδητοποιούν την ώρα της δράσης. Αυτό διαπιστώνεται στο «λογαριασμό», που πάντα έρχεται στο τέλος. Όπως εκείνος ο λογαριασμός που ήρθε στον Γράμμο: εκτός από τον Δημοκρατικό Στρατό ηττήθηκε οριστικά και ο παλαμικός δεκαπεντασύλλαβος, που «αισθητικά», και πολύ συγκεκριμένα ιδεολογικά (π.χ. Ο αληθινός Παλαμάς, του Ζαχαριάδη15), οργάνωνε το κοσμοείδωλο της αριστεράς στη δεκαετία του '40. Μετά τον Γράμμο, με όχημα τον μακρυγιαννικό μοντερνισμό ήρθε το ΠΑΣΟΚ...
Τώρα, η κρίση επαναφέρει το ίδιο δίλημμα: «η Αριστερά έχει κερδίσει σήμερα ένα σημαντικό ακροατήριο - πρώτη φορά μετά το 1943-44... Έχει κερδίσει, δηλαδή, μια νέα ευκαιρία να ενσωματωθεί στο εθνικό αφήγημα, έστω σε διακριτό ρόλο», προτρέπει ο Γ. Πρετεντέρης16. Μήπως είναι καιρός να σκεφτούμε και να πορευθούμε με άλλες μορφές, ανταγωνιστικές με τη λογική του κυρίαρχου «εθνικού αφηγήματος»; Όχι για να επιβάλλουμε την αλήθεια κάποιας θεωρίας στην αλήθεια της πραγματικότητας17, αλλά γιατί η διαλεκτική μορφής και πράξης είναι που φτιάχνει την ιστορία.

* Οι σημειώσεις, καθώς και οι βιβλιογραφικές παραπομπές του κειμένου, στην ηλεκτρονική μορφή της εφημερίδας.

1. Στρατής Τσίρκας, Το Εικοσιένα στη νεοελληνική πεζογραφία (Σολωμός και Μακρυγιάννης, πρόλογος Διονύσης Καψάλης, ΜΙΕΤ, έκδοση εκτός εμπορίου, Χριστούγεννα 2011
2. Μίλησαν, επίσης, ο Τίμος Μαλάνος και ο Α. Νομικός, ό.π., σ. 8
3. Ό.π., σ. 24. Επίσης, ο Τσίρκας υιοθετεί, μάλλον αβασάνιστα, τη γραμματολογική κατάταξη της Γυναίκας της Ζάκυθος στην πεζογραφία. Ακόμα και σήμερα, η κριτική θεωρεί πως το κορυφαίο αυτό σολωμικό κείμενο είναι «ειδολογικά άστεγο» (Δ. Αγγελάτος, Η «φωνή» της μνήμης, Δοκίμιο για τα λογοτεχνικά είδη, εκδόσεις Λιβάνη, 1997, σ. 215) και «παραμένει γραμματολογικά αιωρούμενο και υφολογικά αινιγματικό» (Δ. Δημηρούλης (εισαγ., επιμ.), Διονύσιος Σολωμός, Έργα. Ποιήματα και Πεζά, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2007, σ. 472), γιατί «η ίδια η μορφή του είναι ασταθής και η πλοκή του χασματική» (ό.π).
4. «Τον τόνο όμως εξακολουθεί να τον δίνει ο Σεφέρης, που ο Τσίρκας τον θαυμάζει και τον παρακολουθεί από κοντά, τότε όπως και αργότερα», Στρατής Τσίρκας, ό.π., σ. 8
5. Ό.π., σ. 23
6. Γιώργος Σεφέρης, Δοκιμές, [πρώτη έκδοση Κάιρο 1944], τόμος πρώτος, εκδόσεις Ίκαρος, σ. 228-263
7. Στρατής Τσίρκας, ό.π., σ. 26
8. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι αυτή η διεκδίκηση «επικαιροποιείται» σήμερα, ως ανανεούμενη εις το διηνεκές αξίωση, χωρίς μάλιστα να αναγνωρίζεται το δικαίωμα στην ευρωπαϊκότητα σε κανέναν μεταγενέστερο..., βλ. Δημήτρης Τζιόβας, Ο μύθος της γενιάς του '30. Νεοτερικότητα, ελληνικότητα και πολιτισμική ιδεολογία, εκδόσεις Πόλις, 2011
9. Γεωργίου Μ. Βιζυηνού, Το παιδικό παιγνίδι, σε σχέση με την Ψυχολογία και την Παιδαγωγική, Πρωτότυπη επί διδακτορία διατριβή για την απόκτηση του τίτλου του Διδάκτορα της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Γοττίγγης, Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια: Αλέξανδρος Σιδεράς/ Παρασκευή Σιδερά-Λύτρα, εκδοτικός οίκος Αδελφών Κυριακίδη
10. «Τα περισσότερα από τα θέματα των διηγημάτων του ανάγονται στη Θράκη, και δίπλα στην ηθογραφία έχουν και έντονο ψυχογραφικό χρώμα... Πρόσωπα χωρίς μεγάλο ενδιαφέρον, με υποτυπωμένη μόλις εσωτερική ζωή... Τεχνική δεν έχουμε να ζητήσουμε από τα διηγήματα του Βιζυηνού...», Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, [πρώτη έκδοση 1948], εκδόσεις Ίκαρος, σ. 373-374
11. Αρχειοτάξιο, τχ. 3, Μάιος 2001, αφιέρωμα στον Σεραφείμ Μάξιμο
12. Μαρία Κακαβούλια, Μελέτες για τον αφηγηματικό λόγο, εκδόσεις Ψυχογιός, 2003, σ. 54
13. Καθώς και εναύσματα σε εκείνη την κριτική που, εγκαταλείποντας τον γενικευμένο εμπειρισμό, αφίσταται της φιλολογίας και διαλέγεται με τη θεωρία.
14. Διονύσιος Σολωμός, ό.π., σ. 201
15. Νίκος Ζαχαριάδης, Ο αληθινός Παλαμάς [1937], πρώτη δημοσίευση σε συνέχειες στο «πανθεσσαλικό περιοδικό Πρωτοπόροι» (δεν ολοκληρώθηκε), πρώτη έκδοση στην Ελεύθερη Ελλάδα, τον Ιούλιο του 1944, εκδόσεις Κόκκινη Σημαία
16. Τα Νέα, 14/3/2012
17. Βασίλης Αλεξίου, «Η Θεωρία της λογοτεχνίας, η κρίση, ο Αντόρνο και οι τζιριντζάντζουλες», «Αναγνώσεις» της Κυριακάτικης Αυγής, τχ. 480, 4/3/2012
δημοσιεύτηκε  εφ. ΑΥΓΗ  25/3/2012