Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Γ.Σεφέρη, Ο βασιλιάς της Ασίνης.

Ασίνην τε...
ΙΛΙΑΔΑ
Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω-γύρω το κάστρο
αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα
πράσινη  και  χωρίς αναλαμπή, το  στήθος σκοτωμένου
   παγονιού
Μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.
Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά
στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις
πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ολοένα.

Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος
και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανό τ' αγριοπερίστερα φευγάτα
κι ο βασιλιάς της  Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια
   τώρα
άγνωστος λησμονημένος απ' όλους κι από τον  Ομηρο
μόνο μια λέξη στην  Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη
ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.
Την άγγιξες, Θυμάσαι τον  ήχο της; κούφιο μέσα στο φως
σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα~
κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της  Ασίνης ένα κενό κάτω απ' την προσωπίδα
παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:
"Ασίνην τε... Ασίνην τε..."
         και τα παιδιά του αγάλματα
κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας
στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του
αραγμένα σ' άφαντο λιμάνι~
κάτω απ' την προσωπίδα ένα κενό.

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βο-
    στρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της  ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην  αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον  άλλο χειμώνα
με σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωής,
κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον  κάτω κόσμο
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει
   ο χείμαρρος του ήλιου
με τ' αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι ανα-
   ρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις
    αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της  βροχής του αγέρα
   και της  φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της  στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με
   την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της  φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη
   διάρκεια της  απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα
   μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πί-
   κρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας
κι από το βάθος της  σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σαϊτα πάνω στο σκουτάρι:
"Ασίνην τε Ασίνην τε...". Να 'ταν αυτή ο βασιλιάς της
    Ασίνης
που τον  γυρεύουμε τόσο προσεχττκά σε τούτη την ακρό-
    πολη
γγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την υφή του πάνω
    στις πέτρες.

         Ασίνη, καλοκαίρι '38 - Αθήνα, Γεν. '40

Σάββατο 2 Ιουνίου 2012

Κ.Π.Καβάφης, Από την σχολήν του περιωνύμου φιλοσόφου

Έμεινε μαθητής του Aμμωνίου Σακκά δυο χρόνια·
αλλά βαρέθηκε και την φιλοσοφία και τον Σακκά.

Κατόπι μπήκε στα πολιτικά.
Μα τα παραίτησεν. Ήταν ο Έπαρχος μωρός·
κ’ οι πέριξ του ξόανα επίσημα και σοβαροφανή·
τρισβάρβαρα τα ελληνικά των, οι άθλιοι.

Την περιέργειάν του είλκυσε
κομμάτ’ η Εκκλησία· να βαπτισθεί
και να περάσει Χριστιανός. Μα γρήγορα
την γνώμη του άλλαξε. Θα κάκιωνε ασφαλώς
με τους γονείς του, επιδεικτικά εθνικούς·
και θα του έπαυαν —πράγμα φρικτόν—
ευθύς τα λίαν γενναία δοσίματα.

Έπρεπεν όμως και να κάμει κάτι. Έγινε ο θαμών
των διεφθαρμένων οίκων της Aλεξανδρείας,
κάθε κρυφού καταγωγίου κραιπάλης.

Η τύχη του εφάν’ εις τούτο ευμενής·
τον έδωσε μορφήν εις άκρον ευειδή.
Και χαίρονταν την θείαν δωρεάν.

Τουλάχιστον για δέκα χρόνια ακόμη
η καλλονή του θα διαρκούσεν. Έπειτα —
ίσως εκ νέου στον Σακκά να πήγαινε.
Κι αν εν τω μεταξύ απέθνησκεν ο γέρος,
πήγαινε σ’ άλλου φιλοσόφου ή σοφιστού·
πάντοτε βρίσκεται κατάλληλος κανείς.

Ή τέλος, δυνατόν και στα πολιτικά
να επέστρεφεν —αξιεπαίνως ενθυμούμενος
τες οικογενειακές του παραδόσεις,
το χρέος προς την πατρίδα, κι άλλα ηχηρά παρόμοια.

Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

Νάσος Βαγενάς, Το πρόβλημα της μετάφρασης του ελεύθερου στίχου: Η ελληνική εμπειρία

Η ομιλία μου απορρέει από την αίσθησή μου ότι υπάρχει ένα πρόβλημα στις μεταφράσεις ποιημάτων στα ελληνικά τα τελευταία εξήντα χρόνια (δεν ξέρω αν το πρόβλημα είναι γενικότερο˙ αν υπάρχει και στις ξένες μεταφραστικές φιλολογίες). Η αίσθηση αυτή μού δημιουργήθηκε από μια παρατήρηση: διαβάζοντας τις μεταφράσεις στα ελληνικά των ποιημάτων σε ελεύθερο στίχο (αυτών που ονομάζουμε νεοτερικά ποιήματα) και συγκρίνοντάς τες με τις μεταφράσεις των έμμετρων ποιημάτων που γίνονταν κατά τις εποχές της έμμετρης ποίησης (δηλαδή πριν το 1930), διακρίνει κανείς μια ποιοτική πτώση της νεότερης μετάφρασης. Οι μεταφράσεις των "παραδοσιακών" έμμετρων ποιημάτων από "παραδοσιακούς" μεταφραστές είναι καλύτερες.
Παρότι η παρατήρηση του φαινομένου που προσπαθώ να περιγράψω πηγάζει από τις δικές μου απόψεις για τη μετάφραση της ποίησης, πιστεύω ότι η ύπαρξή του μπορεί να διαπιστωθεί και αντικειμενικότερα˙ από ανθρώπους, δηλαδή, που η μεταφραστική τους θεωρία δεν είναι η ίδια με τη δική μου, οι οποίοι θα εξέταζαν συγκριτικά τη μεταφραστική παραγωγή των δύο εποχών.
Ποια είναι τα στοιχεία που δείχνουν ότι όντως έχουμε μια πτώση της ποιότητας της ποιητικής μετάφρασης από την εποχή της εισόδου του μοντερνισμού στην Ελλάδα έως σήμερα; Πιστεύω ότι δε χρειάζεται να μιλήσουμε για στοιχεία αλλά για στοιχείο˙ για ένα γεγονός που, για όσους μελετούν προσεχτικά τα μεταφραστικά μας πράγματα, αποδεικνύει του λόγου μου το αληθές. Το γεγονός αυτό είναι η μείωση της ποιητικότητας των εν λόγω μεταφράσεων. Διαβάζοντάς τες αισθανόμαστε ότι είναι αναλογικά λιγότερο ποιητικές σε σύγκριση με το πρωτότυπό τους απ' όσο οι παλαιότερες μεταφράσεις της έμμετρης ποίησης.
Η αιτία αυτής της μείωσης της ποιητικότητας είναι, πιστεύω, το γεγονός ότι οι νεότερες μεταφράσεις είναι περισσότερο πιστές στο γράμμα του πρωτοτύπου απ' ό,τι οι παλαιότερες ― ότι δηλαδή οι μεταφραστές της εποχής του ελεύθερου στίχου ενδιαφέρονται ν' αποδώσουν πιστά τα σημαινόμενα των λέξεων πολύ περισσότερο απ' όσο ν' αποδώσουν πιστά και τη σχέση των σημαινομένων με τα σημαίνοντά τους, δηλαδή απ' όσο να μεταφράσουν ολόκληρη τη λέξη, όπως συνέβαινε με τους μεταφραστές της εποχής της έμμετρης ποίησης˙ και ακόμη ενδιαφέρονται ν' αποδώσουν πιστά τη σχέση του σημαινομένου μιας λέξης με τα σημαινόμενα των λέξεων που την περιβάλλουν περισσότερο απ' όσο ν' αποδώσουν πιστά τη σχέση ολόκληρης της λέξης με ολόκληρα τα συμφραζόμενά της. Θέλω να πω το εξής: προϋπόθεση (ή, αν θέλετε, αποτέλεσμα) της μεταφραστικής πρακτικής της εποχής της έμμετρης ποίησης ήταν η μετάφραση και της μορφής του στίχου και της μορφής του ποιήματος, πράγμα που δεν συμβαίνει ή συμβαίνει σε πολύ μικρότερο βαθμό με τις μεταφράσεις της εποχής του ελεύθερου στίχου.
Αυτό είναι, πιστεύω, το κύριο χαρακτηριστικό των ποιητικών μεταφράσεων της δικής μας εποχής: ότι αναπαράγουν λιγότερο ― για την ακρίβεια, συμμεταφράζουν λιγότερο μαζί με το "περιεχόμενο" του ποιήματος (ή δεν συμμεταφράζουν καθόλου) ― το "περιέχον" του, τη μορφή του.
Ποιο είναι το αίτιο αυτής της παραμέλησης, ή καλύτερα της ατονίας της μορφής στο κείμενο της μετάφρασης; Πιστεύω ότι είναι το γεγονός πως η μορφή των ποιημάτων του ελεύθερου στίχου είναι πιο δύσκολο να προσδιοριστεί απ' ό,τι η μορφή των έμμετρων ποιημάτων. Και είναι πιο δύσκολο, γιατί είναι πιο δύσκολο να προσδιοριστεί ο ρυθμός τους.
Στην έμμετρη ποίηση ο ρυθμός ενός ποιήματος καθορίζεται ως έναν βαθμό από το μέτρο, το οποίο, παρότι βρίσκεται στην επιφάνεια, αποτελεί τη βάση του ποιήματος. Ο ποιητής έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει το μέτρο με τέτοιον τρόπο, ώστε να διαμορφώσει μια κίνηση των στίχων που να υπερβαίνει την κίνηση του μετρικού τους βαδίσματος ― η οποία ωστόσο ποτέ δε χάνεται, αλλά είναι αισθητή μέσα στην πλουσιότερη κίνηση που η ίδια προκαλεί και η οποία είναι αποτέλεσμα της αρμονικής διάταξης του πλούτου των λέξεων και των φράσεων που περιέχουν οι στίχοι. Για να το πούμε απλούστερα: ο ρυθμός ενός ποιήματος είναι αποτέλεσμα της συνενέργειας τεσσάρων στοιχείων: α) του μετρικού ρυθμού των στίχων, β) του συντακτικού ρυθμού των φράσεων, γ) του προσωδιακού αποτελέσματος που παράγεται από τη συγχώνευση της ενέργειας που εκλύουν οι αποκλίσεις από τον μετρικό και τον συντακτικό ρυθμό, και δ) του λεκτικού πλούτου ―συγκινησιακού και ηχητικού― των φράσεων. Ο μετρικός ρυθμός είναι το συγχωνευμένο αποτέλεσμα της συνενέργειας της γενικής μορφής του μέτρου (λ.χ. ιαμβικό, τροχαϊκό) και της συγκεκριμένης χρήσης του σ' ένα ποίημα, η οποία καθορίζεται από τον αριθμό, τη θέση και την ένταση των μετρικών τόνων στους στίχους του. Οι αποκλίσεις του συντακτικού ρυθμού είναι αποτέλεσμα των πιέσεων που ασκούν στη συντακτική τάξη των φράσεων οι ανάγκες του μετρικού ρυθμού. Ο ρυθμός λοιπόν των έμμετρων ποιημάτων εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο ο ποιητής χρησιμοποιεί το μέτρο, από την ικανότητά του να επεξεργάζεται μία προϋπάρχουσα προσωδιακή τάξη.
Στην ποίηση του ελεύθερου στίχου αυτή η προϋπάρχουσα τάξη δεν υπάρχει. Ο ποιητής πρέπει να βρει τρόπο να συνθέσει τον ρυθμό του χωρίς αυτήν. 'Eχει την ελευθερία να κινήσει τη γλώσσα όπως θέλει. Επειδή όμως η ποίηση είναι λόγος ρυθμικός, η υπέρτατη μορφή της ρυθμικής χρήσης της γλώσσας (για να παραφράσω τον γνωστό ορισμό του I.A. Richards), ο ποιητής πρέπει μέσα από αυτήν την ελευθερία του να οικοδομήσει μια πειθαρχία, για την ακρίβεια μιαν αρμονία, που θα του επιτρέψει να συνθέσει έναν ρυθμό. Γιατί η ποίηση, όπως λέει και ο Σεφέρης, είναι αρμονικός λόγος, αρμονικός με την έννοια της εναρμόνισης όχι μόνο των συγγενικών και όμοιων στοιχείων του λόγου αλλά και των αντίθετων στοιχείων του: μια σύνθεση ομοφωνιών και αντιφωνιών που λειτουργεί με τον τρόπο μιας ρυθμισμένης συγχορδίας. Στην περίπτωση της ποίησης του ελεύθερου στίχου, όπου δεν υπάρχει η στήριξη του μέτρου (το οποίο είναι η συλλογική κωδικοποίηση ρυθμών πολλών ατομικών ποιητών, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σε μια κοινωνία λιγότερο ανομοιογενή από τη δική μας), η συγχορδία αυτή λειτουργεί με τον τρόπο μιας ατομικής συναρμόνισης των στοιχείων, δηλαδή μιας συγχορδίας την οποία ο κάθε ποιητής πρέπει να συνθέσει μόνος του.
Είναι ο ρυθμός σ' ένα ποίημα ― τόσο της έμμετρης όσο και της ελεύθερης προσωδίας ― αυτό που μας δίνει τη σφραγίδα της προσωπικότητας του ποιητή. Θα έλεγα τη γενική σφραγίδα της προσωπικότητάς του, ή, καλύτερα, τη σφραγίδα της γενικής προσωπικότητάς του. Γιατί βέβαια ούτε και τον ρυθμό του ελεύθερου στίχου θα πρέπει να τον φανταστούμε ως κάτι το απόλυτα ατομικό και προσωπικό, αφού ο ελεύθερος στίχος στην ουσιαστικότερη σύστασή του δεν μπορεί να παραχθεί χωρίς τη χρήση και ορισμένων στοιχείων της έμμετρης προσωδίας. Αυτό που είναι απόλυτα ατομικό και προσωπικό σ' ένα ποίημα και αποτελεί την ειδική σφραγίδα της προσωπικότητας του ποιητή είναι η απόληξη του ρυθμού, που είναι ο τόνος του ποιήματος.
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο ποιητής του ελεύθερου στίχου για να δημιουργήσει τον ρυθμό του ποιήματός του (ο οποίος δεν μπορεί να παραχθεί, αν δεν στηρίζεται σε κάποιο είδος "μέτρου"), πρέπει να φτιάξει το δικό του μέτρο, το ατομικό του μέτρο, που είναι διαφορετικό από το μέτρο του έμμετρου στίχου, το οποίο είναι κάτι προϋπάρχον και κοινόχρηστο. Και επειδή το "μέτρο" του ελεύθερου στίχου είναι προσωπικό και όχι κοινόχρηστο, προϊόν ατομικής και όχι συλλογικής βούλησης, δηλαδή κάτι κατασκευασμένο ad hoc και όχι εκ των προτέρων, ο ρυθμός ενός ποιήματος σε ελεύθερο στίχο είναι δυσκολότερο να προσδιοριστεί ― και ως εκ τούτου να αναπαραχθεί κατά τη μετάφραση ― απ' ό,τι ο ρυθμός της έμμετρης ποίησης.
'Oπως λοιπόν μέτρο και ρυθμός δεν είναι το ίδιο στον έμμετρο ποιητικό λόγο (δύο ποιήματα γραμμένα με το ίδιο μέτρο δεν έχουν τον ίδιο ρυθμό), έτσι και στην ποίηση του ελεύθερου στίχου ο ρυθμός στηρίζεται σ' ένα είδος προσωδιακής οργάνωσης, η οποία δεν ταυτίζεται με την εξωτερική τάξη του στίχου (που είναι κυρίως η τάξη του συντακτικού ρυθμού του), αλλά είναι κάτι εσωτερικότερο˙ κάτι που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια του στίχου και που απαιτεί αυξημένη ποιητική αντίληψη για να το προσδιορίσει κανείς. Για τον λόγο αυτό και ο ρυθμός του ελευθερόστιχου ποιήματος, ο οποίος απορρέει από αυτή την εσωτερικότερη τάξη, είναι δυσκολότερα προσδιορίσιμος από τον ρυθμό του έμμετρου ποιήματος.
Και όχι μόνο αυτό. Γίνεται δυσκολότερος και ο προσδιορισμός των στοιχείων που ενώνουν το ποίημα του ελεύθερου στίχου με τα ευρύτερα συμφραζόμενά του (μορφικά, εθνικά), με τα οποία το ποίημα συνδιαλέγεται τώρα μέσα από στρώματά του βαθύτερα από εκείνα μέσα από τα οποία διαλέγεται το έμμετρο ποίημα. Με άλλα λόγια, το ποίημα του ελεύθερου στίχου μεταφράζεται δυσκολότερα απ' ό,τι μεταφράζεται το έμμετρο.
Παρ' όλα αυτά ο ελεύθερος στίχος, επειδή δεν υπάρχει το ορατό μέτρο, μπορεί να μας δώσει την ψευδαίσθηση ότι είναι ευκολότερα μεταφράσιμος. Μας δίνει αυτήν την ψευδαίσθηση, γιατί μας κάνει να πιστέψουμε ότι ο ρυθμός του απορρέει μόνο από τη συντακτική του τάξη.
Αυτή η ψευδαίσθηση και η ενθαρρυνόμενη, εξαιτίας της απουσίας του μέτρου, πιστότητα προς τα σημαινόμενα των λέξεων, δηλαδή προς το γράμμα του ποιήματος, είναι, πιστεύω, εκείνο που έκανε τους μεταφραστές μας της νεοτερικής εποχής να μειώσουν το ενδιαφέρον τους για την πιστότητα προς το πνεύμα του. Και είναι, πιστεύω, η μείωση της πιστότητας προς το πνεύμα, εκείνο που επέφερε τη μείωση της ποιητικότητας στη νεοτερική μας μετάφραση και την ως εκ τούτου ποιοτική πτώση της.
Η σύγκριση των πριν το 1930 μεταφράσεών μας της ποίησης με τις μετά το 1930 μας οδηγεί σε ορισμένες παρατηρήσεις:
Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι η έμμετρη ποιητική μορφή υποχρέωνε τους μεταφραστές της πριν την εμφάνιση του μοντερνισμού εποχής να παίρνουν εκείνες τις μεταφραστικές πρωτοβουλίες που αποτελούν την απαραίτητη προϋπόθεση της μετάφρασης της ποίησης. Καθώς ήταν αδύνατον να μείνουν πιστοί στα σημαινόμενα του πρωτοτύπου χωρίς να διαρρήξουν ή να μεταβάλουν το μέτρο του ― και συνεπώς και τον ρυθμό του ―, οι μεταφραστές αυτοί έκριναν απαραίτητο ότι έπρεπε να λυώσουν τα σημαινόμενα και να ξαναπλάσουν το λυωμένο υλικό με τα σημαίνοντα της δικής τους γλώσσας και με τα μετρικά δεδομένα της δικής τους ποιητικής παράδοσης. 'Eπρεπε δηλαδή, όταν η παράδοσή τους δεν περιείχε τη στιχουργική μορφή του πρωτοτύπου, να μεταφράσουν και τη μορφή του ποιήματος: να μεταπλάσουν το πρωτότυπο ποίημα σε μια μορφή της δικής τους παράδοσης αντίστοιχη με τη μορφή του πρωτοτύπου (η λέξη αντιστοιχία είναι εδώ σημαντική). Απεναντίας οι νεοτερικοί μεταφραστές (με ελάχιστες εξαιρέσεις) δεν μεταφράζουν κατ' αντιστοιχίαν. Μεταφράζουν κατ' εξωτερικήν πανομοιοτυπίαν.
Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι η κατ' εξωτερικήν πανομοιοτυπίαν μετάφραση των σε ελεύθερο στίχο ποιημάτων επέδρασε και στη μετάφραση των "παλαιών" έμμετρων ποιημάτων. 'Eτσι τα τελευταία εξήντα χρόνια παρατηρείται το φαινόμενο έμμετρα και ομοιοκατάληκτα ποιήματα των πριν το 1930 εποχών να μεταφράζονται σε ελεύθερο στίχο και ανομοιοκατάληκτα, με συχνότητα πολύ μεγαλύτερη απ' ό,τι προηγουμένως και με καλλιτεχνικές φιλοδοξίες (ενώ οι πριν το 1930 παρόμοιες μεταφράσεις συνήθως δήλωναν ότι είναι "κατά λέξη" και αποσκοπούσαν απλώς στην απόδοση του "περιεχομένου" του ποιήματος).
Η τρίτη παρατήρηση είναι ότι την σε ελεύθερο στίχο μετάφραση των έμμετρων ποιημάτων στη νεοτερική εποχή φαίνεται να ενθαρρύνει και το γεγονός ότι οι ποιητές και οι μεταφραστές του ελεύθερου στίχου δεν είναι ασκημένοι στο να γράφουν σε έμμετρο στίχο. Αυτός είναι, πιστεύω, ο κύριος λόγος για τον οποίο αδυνατούν ή δυσκολεύονται να προσδιορίσουν την εσωτερικότερη προσωδιακή τάξη των ξένων ποιημάτων σε ελεύθερο στίχο. Είναι ευνόητο, άλλωστε, ότι δεν μπορεί κανείς να γράψει καλό ελεύθερο στίχο, αν δεν είναι σε θέση να γράψει καλόν έμμετρο.
Η τέταρτη παρατήρηση είναι η διαπίστωση ενός παράδοξου: ότι ο ελεύθερος στίχος, παρά την ελευθερία που έδωσε στην ποιητική προσωδία, κατέληξε, στην Ελλάδα τουλάχιστον, σε μια συντηρητική μεταφραστική πρακτική, θα έλεγα σε μια μεταφραστική ανελευθερία, αφού αυτοπεριοριστική και στερητική είναι στη μετάφραση της ποίησης η πιστή προσκόλληση στο γράμμα.
Η σύγκριση λοιπόν της μεταφραστικής μεθόδου των παλαιότερων μεταφραστών με τη μέθοδο των νεότερων (για την ακρίβεια, με την έλλειψη μεθόδου των νεότερων) δείχνει ότι κάτι σημαντικό έχει συμβεί στην ιστορία της ελληνικής ποιητικής μετάφρασης. Κάτι που θα πρέπει να το μελετήσουμε. Τα όσα είπα παραπάνω είναι μία πρώτη προσπάθεια ανίχνευσης και περιγραφής του φαινομένου.
 Πρακτικά Ημερίδας ,Η γλώσσα της λογοτεχνίας και η γλώσσα της μετάφρασης ,Θεσσαλονίκη, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 1998

Ν. Βαγενάς, Λογοκλοπία και ποιητικός λόγος

Είναι δυνατόν να διαπραχθεί λογοκλοπή από ένα ποιητικό κείμενο γραμμένο σε μια ξένη γλώσσα; να κλέψει ένας Ιταλός ποιητής ένα ποίημα (ή από ένα ποίημα) ενός Αγγλου ποιητή, ή ένας Γερμανός το ποίημα ενός Ισπανού; Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ο Ρένος Αποστολίδης στο περιοδικό του Νέα Ελληνικά κατηγορούσε τον Γιώργο Θέμελη για λογοκλοπή από τον Πωλ Βαλερύ. Σε ένα κείμενό του, αποκαλυπτικό, όπως έγραφε, του εγκλήματος, αντιπαρέθετε στίχους του Γάλλου με στίχους του Ελληνα ποιητή ως αποδεικτικούς της κατηγορίας. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ο Τίμος Μαλάνος στο βιβλίο του Η ποίηση του Σεφέρη, μιλώντας για την επίδραση της ποίησης του Ελιοτ στην ποίηση του Σεφέρη, κατέληγε στη βεβαιότητα ότι ο Ελληνας ποιητής «δεν εδημιούργησε, αλλά μετέφερε στην [ποιητική] γλώσσα μας ένα καινούργιο γούστο». Αλλά και σήμερα η άποψη ότι η λογοκλοπή από ένα ξενόγλωσσο ποίημα είναι δυνατή θεωρείται από τους περισσότερους αυτονόητη, αν κρίνουμε από την ανάγκη ενός ποιητή να δώσει εξηγήσεις, επειδή κατηγορήθηκε ότι αντέγραψε στίχους ενός ξένου ποιητή.

Αναφέρομαι στο κείμενο «Περί “λογοκλοπής” και άλλων “ποιητικών αμαρτημάτων”» (που δημοσιεύθηκε στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού Ποιητική ), με το οποίο ο εν λόγω ποιητής αντικρούει την κατηγορία ότι ένα μεγάλο μέρος ενός ποιήματός του αποτελείται από στίχους που αντέγραψε από ομότιτλη σύνθεση μιας Καναδέζας (αγγλόφωνης) ποιήτριας. Η αντίκρουση θα ήταν περιττή (ο απαντών λέει σε αυτήν τα αυτονόητα, για όσους γνωρίζουν τι ακριβώς είναι ο ποιητικός λόγος), αν η κατηγορία, που διατυπώθηκε από άνθρωπο ελάχιστα σχετικό με τα ποιητικά, δεν είχε απήχηση και δεν συζητιόταν σοβαρά στους λογοτεχνικούς κύκλους. Καθώς η υπόθεση έχει ενδιαφέρον, ακριβώς επειδή θεωρήθηκε σοβαρή, θα προσθέσω στην απαντητική επιχειρηματολογία μερικές ακόμη (που θα έπρεπε κι αυτές να είναι αυτονόητες) παρατηρήσεις.

Τι εννοεί κανείς όταν πιστεύει πως ανακαλύπτει ότι ένας ποιητής αντέγραψε τους στίχους ενός ξενόγλωσσου ποιητή; Τι ακριβώς αντέγραψε ο θεωρούμενος λογοκλόπος; Είναι αναμφισβήτητο ότι η γλώσσα της λογοτεχνίας είναι διαφορετική από τη μη λογοτεχνική γλώσσα, επειδή η υφή της είναι διαφορετική. Μπορεί κανείς να αντιγράψει στη γλώσσα του την υφή ενός ξενόγλωσσου ποιητικού κειμένου;

Διαφορετική υφή της γλώσσας ανάμεσα σε ένα ποιητικό και ένα μη ποιητικό κείμενο σημαίνει ότι τα δύο αυτά κείμενα δεν είναι συντεθειμένα με τον ίδιο τρόπο και γι΄ αυτό λειτουργούν διαφορετικά. Διότι ενώ στο μη ποιητικό κείμενο το νόημα βρίσκεται στα σημαινόμενα των λέξεων, στο ποιητικό κείμενο το νόημα παράγεται από την αλληλοδιείσδυση και συγχώνευση των σημαινομένων με τα σημαίνοντά τους, από την συναίρεση του περιεχομένου των λέξεων με τη μορφή τους. Στην πρώτη περίπτωση η μορφή δηλώνει (παραπέμπει σε) μιαν έννοια· στη δεύτερη περίπτωση η έννοια και η μορφή της αλληλομεταβολίζονται συμπαράγοντας ένα διαυγές κράμα, στο οποίο η μορφή είναι συγχρόνως και περιεχόμενο και το περιεχόμενο είναι συγχρόνως και μορφή. Αυτό το κράμα, που ονομάζεται λογοτεχνικότητα και που μετατρέπει σε ποιητικές τις κοινόχρηστες λέξεις που συνθέτουν το ποιητικό κείμενο, είναι το νόημα- το πραγματικό νόημα- του ποιήματος, ένα νόημα που απορρέει από κάθε στοιχείο και πτυχή του ποιητικού κειμένου, όχι μόνο από τα σημαινόμενά του.

Πώς, λοιπόν, να κλέψεις ένα ποιητικό κείμενο από μια ξένη γλώσσα, αφού το μόνο που μπορείς να «κλέψεις» (να μεταφέρεις) από αυτό στη γλώσσα σου είναι τα σημαινόμενα των λέξεων και των φράσεών του, δηλαδή ένα μόνο στοιχείο της ποιητικής γλώσσας του, το οποίο από μόνο του δεν είναι ποιητικό; και τούτο γιατί κατά τη μεταφορά του στη γλώσσα του μεταφορέα του διαλύεται και χάνεται η ποιητικότητά του: η ακατάλυτη, αρμονική, στη γλώσσα του πρωτότυπου ποιήματος σχέση-ταύτισή του με το σημαίνον του, το οποίο στη γλώσσα του μεταφορέα είναι διαφορετικό. Και ακριβώς επειδή το στοιχείο των σημαινομένων ενός ποιήματος από μόνο του δεν είναι ποιητικό (είναι απλώς ένα από τα διάφορα στοιχεία- εξωκειμενικά και κειμενικά- τα οποία, συνθέτοντας, ποιητικοποιεί ένα ποίημα) η ιδιοποίησή του από έναν άλλο ποιητικό λόγο δεν αποτελεί κλοπή.

Δεν είναι λογοκλοπή, γιατί η εναρμόνιση του «κλοπιμαίου» σημαινομένου του ξένου ποιήματος με τα σημαίνοντα της γλώσσας του «υπεξαιρούντος» είναι μια πράξη δημιουργική, μια ποιητική πράξη. Διότι τα σημαινόμενα (αλλά και ολόκληρο το κείμενο) ενός ξενόγλωσσου ποιήματος δεν μπορούν να αποτελέσουν για έναν ποιητή παρά βιωματικό υλικό, εξίσου νόμιμο με το βιωματικό υλικό από το οποίο αντλεί για να γράψει τα ποιήματά του. Αλλά και η ίδια η μετάφραση ενός ποιήματος προϋποθέτει και μεταπλάθει ένα τέτοιο υλικό: Αν η μετάφρασή του είναι πραγματικά μετάφραση του ποιήματος, αν δηλαδή κατορθώνει να αναπλάσει το πρωτότυπο ποίημα, να αναπαραγάγει το ποιητικό νόημά του, τότε παύει να είναι μετάφραση, αποτελεί ποιητική δημιουργία. Γι΄ αυτό η βεβαιότητα του Μαλάνου ότι ο Σεφέρης μετέφερε στην ποίησή μας ένα ξένο ποιητικό γούστο βρίσκεται σε αντίφαση με την- σωστήάποψή του ότι οι μεταφράσεις του Καρυωτάκη είναι από τα καλύτερα ποιήματά του.

Ο κ. Νάσος Βαγενάς είναι καθηγητής της Θεωρίας και Κριτικής της Λογοτεχνίας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών. εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ  14/11/2010

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

Η Ελληνική γλώσσα (εκπομπή Ριμέικ)

Ελύτης-Σεφέρης, δύο νόμπελ, δύο εποχές (εκπομπή Ριμέικ)

Ο.Ελύτης, Ομιλία κατά την απονομή του Βραβείου Νόμπελ (Στοκχόλμη, 8/12/1979)


Κύριοι Ακαδημαϊκοί, κυρίες και κύριοι, ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας, επειδή οι ιδιότητες αυτές είναι που καθορίσανε τον χώρο μέσα στον οποίο μου ετάχθη να μεγαλώσω και να ζήσω. Και αυτές είναι που ένιωσα, σιγά σιγά, να ταυτίζονται μέσα μου με την ανάγκη να εκφρασθώ. Είναι σωστό να προσκομίζει κανείς στην τέχνη αυτά που του υπαγορεύουν η προσωπική του εμπειρία και οι αρετές της γλώσσας του. Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί κι αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα. Δεν μιλάω για τη φυσική ικανότητα να συλλαμβάνει κανείς τ' αντικείμενα σ' όλες τους τις λεπτομέρειες αλλά για τη μεταφορική, να κρατά την ουσία τους και να τα οδηγεί σε μια καθαρότητα τέτοια που να υποδηλώνει συνάμα τη μεταφυσική τους σημασιολογία. Ο τρόπος με τον οποίο μεταχειρίστηκαν την ύλη οι γλύπτες της Κυκλαδικής περιόδου, που έφτασαν ίσια ίσια να ξεπεράσουν την ύλη, το δείχνει καθαρά. Οπως επίσης ο τρόπος που οι εικονογράφοι του Βυζαντίου επέτυχαν από το καθαρό χρώμα να υποβάλουν το «θείο».
Μια τέτοια, διεισδυτική και συνάμα μεταμορφωτική, επέμβαση μέσα στην πραγματικότητα επεχείρησε πιστεύω ανέκαθεν και κάθε υψηλή ποίηση. Οχι ν' αρκεστεί στο «νυν έχον» αλλά να επεκταθεί στο «δυνατόν γενέσθαι». Κάτι που, είναι η αλήθεια, δεν εκτιμήθηκε πάντοτε. Ισως γιατί οι ομαδικές νευρώσεις δεν το επέτρεψαν. Ισως γιατί ο ωφελιμισμός δεν άφησε τα μάτια των ανθρώπων ανοιχτά όσο χρειάζεται. Η ομορφιά και το φως συνέβη να εκληφθούν άκαιρα ή ανώδυνα. Και όμως η διεργασία που απαιτείται για να φτάσει κανείς στο σχήμα του Αγγέλου είναι, πιστεύω, πολύ πιο επώδυνη από την άλλη που εκμαιεύει όλων των λογιών τους Δαιμόνους.
Βέβαια υπάρχει το αίνιγμα. Βέβαια υπάρχει το μυστήριο. Αλλά το μυστήριο δεν είναι μια σκηνοθεσία που επωφελείται από τα παιχνίδια της σκιάς και του σκότους για να μας εντυπωσιάσει απλώς. Είναι αυτό που εξακολουθεί να παραμένει μυστήριο και μέσα στο απόλυτο φως. Είναι τότε που προσλαμβάνει την αίγλη εκείνη που ελκύει και που την ονομάζουμε Ομορφιά. Την Ομορφιά που είναι μια οδός ­ η μόνη ίσως οδός ­ προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει.
Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ' αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στη βαθύτερη αλήθεια.
Πού λοιπόν βρίσκεται, σε έσχατη ανάλυση, η αλήθεια; Στη φθορά και στον θάνατο που διαπιστώνουμε κάθε μέρα γύρω μας ή στη ροπή που μας ωθεί να πιστεύουμε ότι αυτός ο κόσμος είναι ακατάλυτος και αιώνιος; Είναι φρόνιμο ν' αποφεύγουμε τις μεγαλεπήβολες εκφράσεις, το ξέρω. Οι κατά καιρούς κοσμολογικές θεωρίες τις χρησιμοποίησαν, ήρθαν σε σύγκρουση, ακμάσανε, πέρασαν. Η ουσία όμως έμεινε, μένει. Και η Ποίηση, που εγείρεται στο σημείο όπου ο ορθολογισμός καταθέτει τα όπλα του, για να τ' αναλάβει εκείνη και να προχωρήσει μέσα στην απαγορευμένη ζώνη, ελέγχεται να είναι ίσα ίσα εκείνη που προσβάλλεται λιγότερο από τη φθορά. Διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης, όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών.
Να γιατί μας χρειάζεται η διαφάνεια. Για να διακρίνουμε τους κόμπους στο νήμα που μέσ' από τους αιώνες τεντώνεται και μας βοηθεί να σταθούμε όρθιοι πάνω σ' αυτήν τη γη.
Από τον Ηράκλειτο ως τον Πλάτωνα και από τον Πλάτωνα ως τον Ιησού διακρίνουμε αυτό το «δέσιμο» που φτάνει κάτω από διάφορες μορφές ως τις ημέρες μας και που μας λέει περίπου το ίδιο: ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο «πέραν», η δεύτερη πραγματικότητα η υπερτοποθετημένη πάνω σ' αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μια πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε.
Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι σε εποχές υγιείς το Κάλλος ταυτίσθηκε με το Αγαθόν και το Αγαθόν με τον Ηλιο. Κατά το μέτρο που η συνείδηση καθαίρεται και πληρούται με φως, τα μελανά σημεία υποχωρούν και σβήνουν αφήνοντας κενά που, όπως ακριβώς στους φυσικούς νόμους, τα αντίθετά τους έρχονται να πληρώσουν τη θέση τους.
Κι αυτό, με τέτοιον τρόπο που τελικά το δημιουργημένο αποτέλεσμα να στηρίζεται και στις δύο πλευρές, θέλω να πω στο «εδώ» και στο «επέκεινα». Ο Ηράκλειτος δεν είχε ήδη μιλήσει για μια «εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην»; Εάν είναι ο Απόλλων ή η Αφροδίτη, ο Χριστός ή η Παναγία, που ενσαρκώνουν και προσωποποιούν την ανάγκη να δούμε υλοποιημένο εκείνο που σε ορισμένες στιγμές διαισθανόμαστε, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει η αναπνοή της αθανασίας που μας επιτρέπουν. Η Ποίηση οφείλει, κατά την ταπεινή μου γνώμη, πέρα από συγκεκριμένα δόγματα, να επιτρέπει αυτήν την αναπνοή.
Πώς να μην αναφερθώ εδώ πέρα στον Φρειδερίκο Χέλντερλιν, τον μεγάλο ποιητή που με το ίδιο πνεύμα εστράφηκε προς τους Θεούς του Ολύμπου και προς τον Ιησού; Η σταθερότητα που έδωσε σ' ένα είδος οράματος είναι ανεκτίμητη. Και η έκταση που μας αποκάλυψε μεγάλη. Θα έλεγα τρομακτική. Αυτή άλλωστε είναι που τον έκανε, όταν μόλις ακόμη άρχιζε το κακό που σήμερα μας πλήττει, ν' ανακράξει:
Wozu Dichter in durftiger Zeit.
Οι καιροί, φευ, εστάθηκαν ανέκαθεν για τον άνθρωπο durftiger. Αλλά και η ποίηση ανέκαθεν λειτουργούσε. Δύο φαινόμενα προορισμένα να συνοδεύουν την επίγεια μοίρα μας και που το ένα τους αντισταθμίζει το άλλο. Πώς αλλιώς. Αφού και η νύχτα και τ' άστρα αν μας γίνονται αντιληπτά είναι χάρη στον ήλιο. Με τη διαφορά ότι ο ήλιος, κατά τη ρήση του αρχαίου σοφού, αν υπερβεί τα μέτρα καταντά «ύβρις». Χρειάζεται να βρισκόμαστε στη σωστή απόσταση από τον ηθικό ήλιο, όπως ο πλανήτης μας από τον φυσικό ήλιο, για να γίνεται η ζωή επιτρεπτή. Μας έφταιγε άλλοτε η αμάθεια. Σήμερα μας φταίει η μεγάλη γνώση. Δεν έρχομαι μ' αυτά που λέω να προστεθώ στην μακρά σειρά των επικριτών του τεχνικού μας πολιτισμού. Μια σοφία παλαιά όσο και η χώρα που μ' εξέθρεψε, μ' εδίδαξε να δέχομαι την εξέλιξη, να χωνεύω την πρόοδο μαζί με όλα της τα παρεπόμενα, όσο δυσάρεστα και αν μπορεί να είναι αυτά.
Τότε όμως η Ποίηση; Τι αντιπροσωπεύει μέσα σε μια τέτοια κοινωνία; Απαντώ: τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση. Και ακριβώς η εφετινή απόφασή σας να τιμήσετε στο πρόσωπό μου την ποίηση μιας μικρής χώρας δείχνει σε πόσο αρμονική ανταπόκριση βρίσκεστε με τη χαριστική αντίληψη της τέχνης, την αντίληψη ότι η τέχνη είναι η μόνη εναπομένουσα πολέμιος της ισχύος που κατήντησε να έχει στους καιρούς μας η ποσοτική αποτίμηση των αξιών.
Είναι, το ξέρω, άτοπο ν' αναφέρεται κανείς σε προσωπικές περιπτώσεις. Και ακόμη πιο άτοπο να παινά το σπίτι του. Είναι όμως κάποτε απαραίτητο, στον βαθμό που αυτά βοηθούν να δούμε πιο καθαρά μια ορισμένη κατάσταση πραγμάτων. Και είναι σήμερα η περίπτωση. Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνο από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ' όλ' αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμισι χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ' ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση αντιστοιχεί και στην υλικοπνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ, αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μια Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. ­ χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρισμα που είχαν εκείνοι πάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας. Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν' αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος είκοσι πέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μη γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Να τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει. Το παρουσιάζει ανάγλυφα η νέα ελληνική ποίηση.
Η σφαίρα που σχηματίζει η νέα ελληνική ποίηση έχει, θα μπορούσε να πει κανείς, όπως κάθε σφαίρα, δύο πόλους: τον βόρειο και τον νότιο. Στον έναν τοποθετείται ο Διονύσιος Σολωμός που από την άποψη της εκφραστικής επέτυχε ­ προτού υπάρξει ο Μαλαρμέ στα ευρωπαϊκά γράμματα ­ να χαράξει με άκρα συνέπεια και αυστηρότητα την αντίληψη της καθαρής ποίησης με όλα της τα παρεπόμενα: να υποτάξει το αίσθημα στη διάνοια, να εξευγενίσει την έκφραση και να δραστηριοποιήσει όλες τις δυνατότητες του γλωσσικού οργάνου προς την κατεύθυνση του θαύματος. Στον άλλο πόλο τοποθετείται ο Κ. Π. Καβάφης, αυτός που παράλληλα με τον Τ. Σ. Ελιοτ έφτασε στην άκρα λιτότητα, στη μεγαλύτερη δυνατή εκφραστική ακρίβεια, εξουδετερώνοντας τον πληθωρισμό στη διατύπωση των προσωπικών του βιωμάτων.
Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους κινήθηκαν οι άλλοι μεγάλοι μας ποιητές, ο Ανδρέας Κάλβος, ο Κωστής Παλαμάς, ο Αγγελος Σικελιανός, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Γιώργος Σεφέρης, άλλος λιγότερο, άλλος περισσότερο, προς το ένα ή το άλλο από τα δύο άκρα. Αυτή είναι μια πρόχειρη και όσο γίνεται πιο σχηματική χαρτογράφηση του νεοελληνικού ποιητικού λόγου. Το πρόβλημα για μας που ακολουθήσαμε ήτανε να επωμισθούμε τα υψηλά διδάγματα που μας κληροδότησαν και, ο καθένας με τον τρόπο του, να τ' αρμόσουμε πάνω στη σύγχρονη ευαισθησία. Πέρα από τα όρια της τεχνικής, οφείλαμε να φτάσουμε σε μια σύνθεση που από το ένα μέρος ν' αναχωνεύει τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης και από το άλλο να εκφράζει τα κοινωνικά και ψυχολογικά αιτήματα της εποχής μας. Με άλλα λόγια, να φτάσουμε να προβάλλουμε τον τύπο του «Ευρωπαίου-Ελληνα». Δεν μιλάω για επιτυχίες, μιλάω για προσπάθειες. Οι κατευθύνσεις είναι που έχουν σημασία για τον μελετητή της λογοτεχνίας.
Πώς όμως ν' αναπτυχθούν οι κατευθύνσεις αυτές ελεύθερα όταν οι συνθήκες της ζωής είναι στις ημέρες μας εξοντωτικές για τον δημιουργό; Και πώς να διαμορφωθεί η πνευματική κοινότητα όταν οι φραγμοί των γλωσσών ορθώνονται αξεπέραστοι; Σας γνωρίζουμε και μας γνωρίζετε από το είκοσι ή έστω το τριάντα τοις εκατό που απομένει ύστερα από τη μεταγλώττιση. Ειδικά εμείς όλοι, όσοι κρατάμε από μια συγκεκριμένη παράδοση και αποβλέπουμε στα θαύματα του λόγου, στον σπινθήρα που τινάζουν εκάστοτε δύο λέξεις κατάλληλα τοποθετημένες, παραμένουμε βουβοί, αμετάδοτοι. Πάσχουμε από την έλλειψη κοινής γλώσσας. Και ο αντίκτυπος απ' αυτήν την έλλειψη, αν ανεβούμε την κλίμακα, σημειώνεται ακόμη και στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της κοινής μας πατρίδας, της Ευρώπης.
Λέμε, και το διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ότι ζούμε σ' ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική θα έλεγα τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο. Η αντίφαση είναι διδακτική. Οταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή.
Για τον ποιητή ­ μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά είναι αληθές ­ η μόνη κοινή γλώσσα που αισθάνεται να του απομένει είναι οι αισθήσεις. Εδώ και χιλιάδες χρόνια ο τρόπος που αγγίζονται δύο σώματα δεν άλλαξε. Μήτε οδήγησε σε καμιά σύγκρουση, όπως οι εικοσάδες των ιδεολογιών που αιματοκύλισαν τις κοινωνίες μας και μας άφησαν με αδειανά χέρια.
Ομως όταν μιλάω για αισθήσεις, δεν εννοώ το προσιτό, πρώτο ή δεύτερο, επίπεδό τους. Εννοώ το απώτατο. Εννοώ τις «αναλογίες των αισθήσεων» στο πνεύμα. Ολες οι τέχνες μιλούν με ανάλογα. Μια οσμή μπορεί να είναι ο βούρκος ή η αγνότητα. Η ευθεία γραμμή ή η καμπύλη, ο οξύς ή ο βαθύς ήχος, αποτελούν μεταφράσεις κάποια οπτικής ή ακουστικής επαφής. Ολοι μας γράφουμε καλά ή κακά ποιήματα κατά το μέτρο που ζούμε και διανοούμαστε, με την καλή ή την κακή σημασία του όρου. Μια εικόνα πελάγους από τον Ομηρο φτάνει άθικτη ως τις ημέρες μας. Ο Ρεμπό την αναφέρει σαν mer melee au soleil και την ταυτίζει με την αιωνιότητα. Ενα κορίτσι που κρατάει έναν κλώνο μυρτιάς από τον Αρχίλοχο επιβιοί σ' έναν πίνακα του Ματίς και μας καθιστά πιο απτή την αίσθηση, τη μεσογειακή, της καθαρότητας.
Εδώ αξίζει να σκεφτεί κανείς ότι ακόμη και μια παρθένος της βυζαντινής εικονογραφίας δεν διαφέρει πολύ. Παρά ένα κάτι ελάχιστο, συχνά, το εγκόσμιο φως γίνεται υπερκόσμιο και τανάπαλιν. Μια αίσθηση που μας δόθηκε από τους Αρχαίους και μια άλλη από τους Μεσαιωνικούς έρχονται να γεννήσουν μια τρίτη που τους μοιάζει όπως το παιδί στους γεννήτορές του.
Μπορεί η ποίηση ν' ακολουθήσει έναν τέτοιο δρόμο; Οι αισθήσεις μέσ' από τον αδιάκοπο καθαρμό τους να φτάσουν στην αγιότητα; Τότε η αναλογία τους θα επαναστραφεί πάνω στον υλικό κόσμο και θα τον επηρεάσει.
Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους καιρούς τους durftiger είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας, παρ' όλ' αυτά, βρίσκεται στα χέρια μας.
Βραβείο Νομπέλ 1979
εφ. ΤΟ ΒΗΜΑ, 15-10-2000