Τρίτη 12 Ιουνίου 2012

Πατρίκιος Τίτος, Ο ίλιγγος του ύψους



Όλους μάς εκλύουνε τα ύψη
Όλοι ονειρευόμαστε να ανεβούμε πιο ψηλά
Να κατακτήσουμε την κορφή του Ολύμπου
Να συναντήσουμε τις μούσες πάνω στον Ελικώνα
Να κατοικίσουμε σε υπερυψωμένο ρετιρέ
Να στιγματίσουμε δημόσια την υψηλή κοινωνία
Να πετύχουμε ή δυνατόν και τρίτο υψηλό μισθό
Να διδάξουμε από καθ’ έδρας υψηλές ιδέες
Να υποσχεθούμε δώρα και από οίκους υψηλής ραπτικής
Να ανεβούμε σε υψηλή πολιτική βαθμίδα
Να εμφανιστούμε με μια πανύψηλη μοντέλα
Ή έστω με κάποια σε πανύψηλα τακούνια
Να δίνουμε αφ’ υψηλού σωτήριες οδηγίες
Για να ανεβεί ψηλότερα το επίπεδο του λαού.

Εκεί που φτάσαμε
Πρέπει να κρατηθούμε
Να προσέχουμε μη γλιστρήσουμε
Μη γκρεμιστούμε στο κενό.
Μα ακόμα κι έτσι
Αν καταφέρουμε από κάπου να πιαστούμε
Σιγά, σιγά εμείς θα ξαναρχίσουμε.

Πατρίκιος Τίτος, Οι σίγουροι πως θα επιβιώσουν


Όλο και περισσότεροι εξαγγέλλουν μια καταστροφή
πιστεύοντας σ’ αυτή την αναγκαία κάθαρση
που θα ξαναγεννήσει καλύτερο τον κόσμο.
Κι αν πρόκειται χώρες ολόκληρες να γίνουν στάχτη
χιλιάδες άνθρωποι να χαθούν
δεν τους πολυνοιάζει.
Την ιστορία, λένε, την ξεγεννά η βία
σίγουροι πως αυτοί θα επιβιώσουν
οπότε θα αναλύσουν πάλι τη νέα κατάσταση
θα γράψουν το μυθιστόρημα, το χρονικό της,
ή θα συνθέσουν μια ποιητική εποποιία
όπου θα υμνούνται όσοι θυσιάστηκαν
και θα δοξάζονται όσοι εξουσιάζουν.

Πατρίκιος Τίτος , Η βία

Προσπαθώ να πω τα πράγματα
με τ`όνομά τους
και κάθε τόσο συναντώ
καινούργιες δυσκολίες.
Λογουχάρη να πω τη βία, βία,
όχι ειρηνευτική επέμβαση
τη βία των πλουσίων και ισχυρών,
ούτε αναπόφευκτες ακρότητες
τη βία των φτωχών και καταπιεσμένων.
Με δυσκολεύουνε οι μεταλλάξεις
αυτού που λέμε αναγκαιότητα της ιστορίας
οι αντιστροφές στις κινήσεις των πολιτικών
οι αναρίθμητες αναλύσεις των δημοσιολόγων
όμως κυρίως με περιπλέκουν
οι δικές μου ερμηνείες κι ενοχές.
Θα `θελα πλέον να πω ανοιχτά
ότι έφτασα να απεχθάνομαι
την κάθε, όποιου και να `ναι, βία. 
 
(από την ποιητική συλλογή η "Αντίσταση των γεγονότων" εκδ. Κέδρος 2000

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Τίτος Πατρίκιος, Μπαλλάντα ενός μικρού γραφειοκράτη

Μπαλλάντα ενός μικρού γραφειοκράτη
'Ανθρωπος καθώς λεν πολύ συνειδητός.
'Αλλοτες έλεγε τ' όνομα του Στάλιν
δυο-τρεις φορές την ώρα.
Τώρα θυμάται λίγο ξεχασμένο Μαρξ και Λένιν
μα πιο πολύ κουβέντες
συγχρόνων ηγετών της μόδας.

'Ανθρωπος καθώς λεν πολύ συνειδητός.
'Αλλοτε τολμηρός πολύ
να κριτικάρει τους πιο κάτω.
Τώρα μιλάει πού και πού
για κριτική και προς τα πάνω
και ξεσκονίζει λίγο πιο διακριτικά.

'Ανθρωπος καθώς λεν πολύ συνειδητός.
'Αλλοτες έτοιμος να καταγγείλει όποιον διαφωνούσε
χαφιέ, τσιράκι της Ασφάλειας, όργανο της Ιντέλλιτζενς.
Τώρα, αληθινά αλλαγμένος,
τον βγάζει μόνο ρεβιζιονιστή, οππορτουνιστή,
κ' επιεικώς, χαλαρό ηθικά.

'Ανθρωπος πραγματικά συνειδητός
που τώρα όπως και πριν
στο κίνημα αφιερώνει
τη ζωή του ολόκληρη
έχοντας τη ματιά του προσηλωμένη
στις πρώτες θέσεις στις εξέδρες.

Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Γ.Σεφέρη, Ο βασιλιάς της Ασίνης.

Ασίνην τε...
ΙΛΙΑΔΑ
Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω-γύρω το κάστρο
αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα
πράσινη  και  χωρίς αναλαμπή, το  στήθος σκοτωμένου
   παγονιού
Μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.
Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά
στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας
στ άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις
πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα
χάνοντας δύναμη ολοένα.

Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος
και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.
Κανένα πλάσμα ζωντανό τ' αγριοπερίστερα φευγάτα
κι ο βασιλιάς της  Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια
   τώρα
άγνωστος λησμονημένος απ' όλους κι από τον  Ομηρο
μόνο μια λέξη στην  Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη
ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.
Την άγγιξες, Θυμάσαι τον  ήχο της; κούφιο μέσα στο φως
σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα~
κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της  Ασίνης ένα κενό κάτω απ' την προσωπίδα
παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:
"Ασίνην τε... Ασίνην τε..."
         και τα παιδιά του αγάλματα
κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας
στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του
αραγμένα σ' άφαντο λιμάνι~
κάτω απ' την προσωπίδα ένα κενό.

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βο-
    στρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της  ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην  αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον  άλλο χειμώνα
με σπασμένη φτερούγα
σκήνωμα ζωής,
κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον  κάτω κόσμο
κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει
   ο χείμαρρος του ήλιου
με τ' αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι ανα-
   ρωτιέται
υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις
    αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγε
εδώ που συναντιέται το πέρασμα της  βροχής του αγέρα
   και της  φθοράς
υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της  στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας
αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με
   την απεραντοσύνη του πελάγου
ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της  φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη
   διάρκεια της  απελπισίας
ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα
   μες στο βούρκο
εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πί-
   κρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό.

Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας
κι από το βάθος της  σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη
χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σαϊτα πάνω στο σκουτάρι:
"Ασίνην τε Ασίνην τε...". Να 'ταν αυτή ο βασιλιάς της
    Ασίνης
που τον  γυρεύουμε τόσο προσεχττκά σε τούτη την ακρό-
    πολη
γγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την υφή του πάνω
    στις πέτρες.

         Ασίνη, καλοκαίρι '38 - Αθήνα, Γεν. '40

Σάββατο 2 Ιουνίου 2012

Κ.Π.Καβάφης, Από την σχολήν του περιωνύμου φιλοσόφου

Έμεινε μαθητής του Aμμωνίου Σακκά δυο χρόνια·
αλλά βαρέθηκε και την φιλοσοφία και τον Σακκά.

Κατόπι μπήκε στα πολιτικά.
Μα τα παραίτησεν. Ήταν ο Έπαρχος μωρός·
κ’ οι πέριξ του ξόανα επίσημα και σοβαροφανή·
τρισβάρβαρα τα ελληνικά των, οι άθλιοι.

Την περιέργειάν του είλκυσε
κομμάτ’ η Εκκλησία· να βαπτισθεί
και να περάσει Χριστιανός. Μα γρήγορα
την γνώμη του άλλαξε. Θα κάκιωνε ασφαλώς
με τους γονείς του, επιδεικτικά εθνικούς·
και θα του έπαυαν —πράγμα φρικτόν—
ευθύς τα λίαν γενναία δοσίματα.

Έπρεπεν όμως και να κάμει κάτι. Έγινε ο θαμών
των διεφθαρμένων οίκων της Aλεξανδρείας,
κάθε κρυφού καταγωγίου κραιπάλης.

Η τύχη του εφάν’ εις τούτο ευμενής·
τον έδωσε μορφήν εις άκρον ευειδή.
Και χαίρονταν την θείαν δωρεάν.

Τουλάχιστον για δέκα χρόνια ακόμη
η καλλονή του θα διαρκούσεν. Έπειτα —
ίσως εκ νέου στον Σακκά να πήγαινε.
Κι αν εν τω μεταξύ απέθνησκεν ο γέρος,
πήγαινε σ’ άλλου φιλοσόφου ή σοφιστού·
πάντοτε βρίσκεται κατάλληλος κανείς.

Ή τέλος, δυνατόν και στα πολιτικά
να επέστρεφεν —αξιεπαίνως ενθυμούμενος
τες οικογενειακές του παραδόσεις,
το χρέος προς την πατρίδα, κι άλλα ηχηρά παρόμοια.

Πέμπτη 10 Μαΐου 2012

Νάσος Βαγενάς, Το πρόβλημα της μετάφρασης του ελεύθερου στίχου: Η ελληνική εμπειρία

Η ομιλία μου απορρέει από την αίσθησή μου ότι υπάρχει ένα πρόβλημα στις μεταφράσεις ποιημάτων στα ελληνικά τα τελευταία εξήντα χρόνια (δεν ξέρω αν το πρόβλημα είναι γενικότερο˙ αν υπάρχει και στις ξένες μεταφραστικές φιλολογίες). Η αίσθηση αυτή μού δημιουργήθηκε από μια παρατήρηση: διαβάζοντας τις μεταφράσεις στα ελληνικά των ποιημάτων σε ελεύθερο στίχο (αυτών που ονομάζουμε νεοτερικά ποιήματα) και συγκρίνοντάς τες με τις μεταφράσεις των έμμετρων ποιημάτων που γίνονταν κατά τις εποχές της έμμετρης ποίησης (δηλαδή πριν το 1930), διακρίνει κανείς μια ποιοτική πτώση της νεότερης μετάφρασης. Οι μεταφράσεις των "παραδοσιακών" έμμετρων ποιημάτων από "παραδοσιακούς" μεταφραστές είναι καλύτερες.
Παρότι η παρατήρηση του φαινομένου που προσπαθώ να περιγράψω πηγάζει από τις δικές μου απόψεις για τη μετάφραση της ποίησης, πιστεύω ότι η ύπαρξή του μπορεί να διαπιστωθεί και αντικειμενικότερα˙ από ανθρώπους, δηλαδή, που η μεταφραστική τους θεωρία δεν είναι η ίδια με τη δική μου, οι οποίοι θα εξέταζαν συγκριτικά τη μεταφραστική παραγωγή των δύο εποχών.
Ποια είναι τα στοιχεία που δείχνουν ότι όντως έχουμε μια πτώση της ποιότητας της ποιητικής μετάφρασης από την εποχή της εισόδου του μοντερνισμού στην Ελλάδα έως σήμερα; Πιστεύω ότι δε χρειάζεται να μιλήσουμε για στοιχεία αλλά για στοιχείο˙ για ένα γεγονός που, για όσους μελετούν προσεχτικά τα μεταφραστικά μας πράγματα, αποδεικνύει του λόγου μου το αληθές. Το γεγονός αυτό είναι η μείωση της ποιητικότητας των εν λόγω μεταφράσεων. Διαβάζοντάς τες αισθανόμαστε ότι είναι αναλογικά λιγότερο ποιητικές σε σύγκριση με το πρωτότυπό τους απ' όσο οι παλαιότερες μεταφράσεις της έμμετρης ποίησης.
Η αιτία αυτής της μείωσης της ποιητικότητας είναι, πιστεύω, το γεγονός ότι οι νεότερες μεταφράσεις είναι περισσότερο πιστές στο γράμμα του πρωτοτύπου απ' ό,τι οι παλαιότερες ― ότι δηλαδή οι μεταφραστές της εποχής του ελεύθερου στίχου ενδιαφέρονται ν' αποδώσουν πιστά τα σημαινόμενα των λέξεων πολύ περισσότερο απ' όσο ν' αποδώσουν πιστά και τη σχέση των σημαινομένων με τα σημαίνοντά τους, δηλαδή απ' όσο να μεταφράσουν ολόκληρη τη λέξη, όπως συνέβαινε με τους μεταφραστές της εποχής της έμμετρης ποίησης˙ και ακόμη ενδιαφέρονται ν' αποδώσουν πιστά τη σχέση του σημαινομένου μιας λέξης με τα σημαινόμενα των λέξεων που την περιβάλλουν περισσότερο απ' όσο ν' αποδώσουν πιστά τη σχέση ολόκληρης της λέξης με ολόκληρα τα συμφραζόμενά της. Θέλω να πω το εξής: προϋπόθεση (ή, αν θέλετε, αποτέλεσμα) της μεταφραστικής πρακτικής της εποχής της έμμετρης ποίησης ήταν η μετάφραση και της μορφής του στίχου και της μορφής του ποιήματος, πράγμα που δεν συμβαίνει ή συμβαίνει σε πολύ μικρότερο βαθμό με τις μεταφράσεις της εποχής του ελεύθερου στίχου.
Αυτό είναι, πιστεύω, το κύριο χαρακτηριστικό των ποιητικών μεταφράσεων της δικής μας εποχής: ότι αναπαράγουν λιγότερο ― για την ακρίβεια, συμμεταφράζουν λιγότερο μαζί με το "περιεχόμενο" του ποιήματος (ή δεν συμμεταφράζουν καθόλου) ― το "περιέχον" του, τη μορφή του.
Ποιο είναι το αίτιο αυτής της παραμέλησης, ή καλύτερα της ατονίας της μορφής στο κείμενο της μετάφρασης; Πιστεύω ότι είναι το γεγονός πως η μορφή των ποιημάτων του ελεύθερου στίχου είναι πιο δύσκολο να προσδιοριστεί απ' ό,τι η μορφή των έμμετρων ποιημάτων. Και είναι πιο δύσκολο, γιατί είναι πιο δύσκολο να προσδιοριστεί ο ρυθμός τους.
Στην έμμετρη ποίηση ο ρυθμός ενός ποιήματος καθορίζεται ως έναν βαθμό από το μέτρο, το οποίο, παρότι βρίσκεται στην επιφάνεια, αποτελεί τη βάση του ποιήματος. Ο ποιητής έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει το μέτρο με τέτοιον τρόπο, ώστε να διαμορφώσει μια κίνηση των στίχων που να υπερβαίνει την κίνηση του μετρικού τους βαδίσματος ― η οποία ωστόσο ποτέ δε χάνεται, αλλά είναι αισθητή μέσα στην πλουσιότερη κίνηση που η ίδια προκαλεί και η οποία είναι αποτέλεσμα της αρμονικής διάταξης του πλούτου των λέξεων και των φράσεων που περιέχουν οι στίχοι. Για να το πούμε απλούστερα: ο ρυθμός ενός ποιήματος είναι αποτέλεσμα της συνενέργειας τεσσάρων στοιχείων: α) του μετρικού ρυθμού των στίχων, β) του συντακτικού ρυθμού των φράσεων, γ) του προσωδιακού αποτελέσματος που παράγεται από τη συγχώνευση της ενέργειας που εκλύουν οι αποκλίσεις από τον μετρικό και τον συντακτικό ρυθμό, και δ) του λεκτικού πλούτου ―συγκινησιακού και ηχητικού― των φράσεων. Ο μετρικός ρυθμός είναι το συγχωνευμένο αποτέλεσμα της συνενέργειας της γενικής μορφής του μέτρου (λ.χ. ιαμβικό, τροχαϊκό) και της συγκεκριμένης χρήσης του σ' ένα ποίημα, η οποία καθορίζεται από τον αριθμό, τη θέση και την ένταση των μετρικών τόνων στους στίχους του. Οι αποκλίσεις του συντακτικού ρυθμού είναι αποτέλεσμα των πιέσεων που ασκούν στη συντακτική τάξη των φράσεων οι ανάγκες του μετρικού ρυθμού. Ο ρυθμός λοιπόν των έμμετρων ποιημάτων εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο ο ποιητής χρησιμοποιεί το μέτρο, από την ικανότητά του να επεξεργάζεται μία προϋπάρχουσα προσωδιακή τάξη.
Στην ποίηση του ελεύθερου στίχου αυτή η προϋπάρχουσα τάξη δεν υπάρχει. Ο ποιητής πρέπει να βρει τρόπο να συνθέσει τον ρυθμό του χωρίς αυτήν. 'Eχει την ελευθερία να κινήσει τη γλώσσα όπως θέλει. Επειδή όμως η ποίηση είναι λόγος ρυθμικός, η υπέρτατη μορφή της ρυθμικής χρήσης της γλώσσας (για να παραφράσω τον γνωστό ορισμό του I.A. Richards), ο ποιητής πρέπει μέσα από αυτήν την ελευθερία του να οικοδομήσει μια πειθαρχία, για την ακρίβεια μιαν αρμονία, που θα του επιτρέψει να συνθέσει έναν ρυθμό. Γιατί η ποίηση, όπως λέει και ο Σεφέρης, είναι αρμονικός λόγος, αρμονικός με την έννοια της εναρμόνισης όχι μόνο των συγγενικών και όμοιων στοιχείων του λόγου αλλά και των αντίθετων στοιχείων του: μια σύνθεση ομοφωνιών και αντιφωνιών που λειτουργεί με τον τρόπο μιας ρυθμισμένης συγχορδίας. Στην περίπτωση της ποίησης του ελεύθερου στίχου, όπου δεν υπάρχει η στήριξη του μέτρου (το οποίο είναι η συλλογική κωδικοποίηση ρυθμών πολλών ατομικών ποιητών, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σε μια κοινωνία λιγότερο ανομοιογενή από τη δική μας), η συγχορδία αυτή λειτουργεί με τον τρόπο μιας ατομικής συναρμόνισης των στοιχείων, δηλαδή μιας συγχορδίας την οποία ο κάθε ποιητής πρέπει να συνθέσει μόνος του.
Είναι ο ρυθμός σ' ένα ποίημα ― τόσο της έμμετρης όσο και της ελεύθερης προσωδίας ― αυτό που μας δίνει τη σφραγίδα της προσωπικότητας του ποιητή. Θα έλεγα τη γενική σφραγίδα της προσωπικότητάς του, ή, καλύτερα, τη σφραγίδα της γενικής προσωπικότητάς του. Γιατί βέβαια ούτε και τον ρυθμό του ελεύθερου στίχου θα πρέπει να τον φανταστούμε ως κάτι το απόλυτα ατομικό και προσωπικό, αφού ο ελεύθερος στίχος στην ουσιαστικότερη σύστασή του δεν μπορεί να παραχθεί χωρίς τη χρήση και ορισμένων στοιχείων της έμμετρης προσωδίας. Αυτό που είναι απόλυτα ατομικό και προσωπικό σ' ένα ποίημα και αποτελεί την ειδική σφραγίδα της προσωπικότητας του ποιητή είναι η απόληξη του ρυθμού, που είναι ο τόνος του ποιήματος.
Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο ποιητής του ελεύθερου στίχου για να δημιουργήσει τον ρυθμό του ποιήματός του (ο οποίος δεν μπορεί να παραχθεί, αν δεν στηρίζεται σε κάποιο είδος "μέτρου"), πρέπει να φτιάξει το δικό του μέτρο, το ατομικό του μέτρο, που είναι διαφορετικό από το μέτρο του έμμετρου στίχου, το οποίο είναι κάτι προϋπάρχον και κοινόχρηστο. Και επειδή το "μέτρο" του ελεύθερου στίχου είναι προσωπικό και όχι κοινόχρηστο, προϊόν ατομικής και όχι συλλογικής βούλησης, δηλαδή κάτι κατασκευασμένο ad hoc και όχι εκ των προτέρων, ο ρυθμός ενός ποιήματος σε ελεύθερο στίχο είναι δυσκολότερο να προσδιοριστεί ― και ως εκ τούτου να αναπαραχθεί κατά τη μετάφραση ― απ' ό,τι ο ρυθμός της έμμετρης ποίησης.
'Oπως λοιπόν μέτρο και ρυθμός δεν είναι το ίδιο στον έμμετρο ποιητικό λόγο (δύο ποιήματα γραμμένα με το ίδιο μέτρο δεν έχουν τον ίδιο ρυθμό), έτσι και στην ποίηση του ελεύθερου στίχου ο ρυθμός στηρίζεται σ' ένα είδος προσωδιακής οργάνωσης, η οποία δεν ταυτίζεται με την εξωτερική τάξη του στίχου (που είναι κυρίως η τάξη του συντακτικού ρυθμού του), αλλά είναι κάτι εσωτερικότερο˙ κάτι που βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια του στίχου και που απαιτεί αυξημένη ποιητική αντίληψη για να το προσδιορίσει κανείς. Για τον λόγο αυτό και ο ρυθμός του ελευθερόστιχου ποιήματος, ο οποίος απορρέει από αυτή την εσωτερικότερη τάξη, είναι δυσκολότερα προσδιορίσιμος από τον ρυθμό του έμμετρου ποιήματος.
Και όχι μόνο αυτό. Γίνεται δυσκολότερος και ο προσδιορισμός των στοιχείων που ενώνουν το ποίημα του ελεύθερου στίχου με τα ευρύτερα συμφραζόμενά του (μορφικά, εθνικά), με τα οποία το ποίημα συνδιαλέγεται τώρα μέσα από στρώματά του βαθύτερα από εκείνα μέσα από τα οποία διαλέγεται το έμμετρο ποίημα. Με άλλα λόγια, το ποίημα του ελεύθερου στίχου μεταφράζεται δυσκολότερα απ' ό,τι μεταφράζεται το έμμετρο.
Παρ' όλα αυτά ο ελεύθερος στίχος, επειδή δεν υπάρχει το ορατό μέτρο, μπορεί να μας δώσει την ψευδαίσθηση ότι είναι ευκολότερα μεταφράσιμος. Μας δίνει αυτήν την ψευδαίσθηση, γιατί μας κάνει να πιστέψουμε ότι ο ρυθμός του απορρέει μόνο από τη συντακτική του τάξη.
Αυτή η ψευδαίσθηση και η ενθαρρυνόμενη, εξαιτίας της απουσίας του μέτρου, πιστότητα προς τα σημαινόμενα των λέξεων, δηλαδή προς το γράμμα του ποιήματος, είναι, πιστεύω, εκείνο που έκανε τους μεταφραστές μας της νεοτερικής εποχής να μειώσουν το ενδιαφέρον τους για την πιστότητα προς το πνεύμα του. Και είναι, πιστεύω, η μείωση της πιστότητας προς το πνεύμα, εκείνο που επέφερε τη μείωση της ποιητικότητας στη νεοτερική μας μετάφραση και την ως εκ τούτου ποιοτική πτώση της.
Η σύγκριση των πριν το 1930 μεταφράσεών μας της ποίησης με τις μετά το 1930 μας οδηγεί σε ορισμένες παρατηρήσεις:
Η πρώτη παρατήρηση είναι ότι η έμμετρη ποιητική μορφή υποχρέωνε τους μεταφραστές της πριν την εμφάνιση του μοντερνισμού εποχής να παίρνουν εκείνες τις μεταφραστικές πρωτοβουλίες που αποτελούν την απαραίτητη προϋπόθεση της μετάφρασης της ποίησης. Καθώς ήταν αδύνατον να μείνουν πιστοί στα σημαινόμενα του πρωτοτύπου χωρίς να διαρρήξουν ή να μεταβάλουν το μέτρο του ― και συνεπώς και τον ρυθμό του ―, οι μεταφραστές αυτοί έκριναν απαραίτητο ότι έπρεπε να λυώσουν τα σημαινόμενα και να ξαναπλάσουν το λυωμένο υλικό με τα σημαίνοντα της δικής τους γλώσσας και με τα μετρικά δεδομένα της δικής τους ποιητικής παράδοσης. 'Eπρεπε δηλαδή, όταν η παράδοσή τους δεν περιείχε τη στιχουργική μορφή του πρωτοτύπου, να μεταφράσουν και τη μορφή του ποιήματος: να μεταπλάσουν το πρωτότυπο ποίημα σε μια μορφή της δικής τους παράδοσης αντίστοιχη με τη μορφή του πρωτοτύπου (η λέξη αντιστοιχία είναι εδώ σημαντική). Απεναντίας οι νεοτερικοί μεταφραστές (με ελάχιστες εξαιρέσεις) δεν μεταφράζουν κατ' αντιστοιχίαν. Μεταφράζουν κατ' εξωτερικήν πανομοιοτυπίαν.
Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι η κατ' εξωτερικήν πανομοιοτυπίαν μετάφραση των σε ελεύθερο στίχο ποιημάτων επέδρασε και στη μετάφραση των "παλαιών" έμμετρων ποιημάτων. 'Eτσι τα τελευταία εξήντα χρόνια παρατηρείται το φαινόμενο έμμετρα και ομοιοκατάληκτα ποιήματα των πριν το 1930 εποχών να μεταφράζονται σε ελεύθερο στίχο και ανομοιοκατάληκτα, με συχνότητα πολύ μεγαλύτερη απ' ό,τι προηγουμένως και με καλλιτεχνικές φιλοδοξίες (ενώ οι πριν το 1930 παρόμοιες μεταφράσεις συνήθως δήλωναν ότι είναι "κατά λέξη" και αποσκοπούσαν απλώς στην απόδοση του "περιεχομένου" του ποιήματος).
Η τρίτη παρατήρηση είναι ότι την σε ελεύθερο στίχο μετάφραση των έμμετρων ποιημάτων στη νεοτερική εποχή φαίνεται να ενθαρρύνει και το γεγονός ότι οι ποιητές και οι μεταφραστές του ελεύθερου στίχου δεν είναι ασκημένοι στο να γράφουν σε έμμετρο στίχο. Αυτός είναι, πιστεύω, ο κύριος λόγος για τον οποίο αδυνατούν ή δυσκολεύονται να προσδιορίσουν την εσωτερικότερη προσωδιακή τάξη των ξένων ποιημάτων σε ελεύθερο στίχο. Είναι ευνόητο, άλλωστε, ότι δεν μπορεί κανείς να γράψει καλό ελεύθερο στίχο, αν δεν είναι σε θέση να γράψει καλόν έμμετρο.
Η τέταρτη παρατήρηση είναι η διαπίστωση ενός παράδοξου: ότι ο ελεύθερος στίχος, παρά την ελευθερία που έδωσε στην ποιητική προσωδία, κατέληξε, στην Ελλάδα τουλάχιστον, σε μια συντηρητική μεταφραστική πρακτική, θα έλεγα σε μια μεταφραστική ανελευθερία, αφού αυτοπεριοριστική και στερητική είναι στη μετάφραση της ποίησης η πιστή προσκόλληση στο γράμμα.
Η σύγκριση λοιπόν της μεταφραστικής μεθόδου των παλαιότερων μεταφραστών με τη μέθοδο των νεότερων (για την ακρίβεια, με την έλλειψη μεθόδου των νεότερων) δείχνει ότι κάτι σημαντικό έχει συμβεί στην ιστορία της ελληνικής ποιητικής μετάφρασης. Κάτι που θα πρέπει να το μελετήσουμε. Τα όσα είπα παραπάνω είναι μία πρώτη προσπάθεια ανίχνευσης και περιγραφής του φαινομένου.
 Πρακτικά Ημερίδας ,Η γλώσσα της λογοτεχνίας και η γλώσσα της μετάφρασης ,Θεσσαλονίκη, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 1998